"ΟΥΔΕΙΣ ΠΛΕΟΝ ΑΧΑΡΙΣΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΗΘΕΝΤΟΣ "

powered by Agones.gr - livescore

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2022

Πανηγυρικός της 25ης Μαρτίου 2022

Ο Πανηγυρικός της 25ης Μαρτίου 2022, ο οποίος εκφωνήθηκε από τον Χρήστο Φυλαχτό, στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου στον Πολύγυρο.

Σεβασμιώτατε, σεβάσμιοι πατέρες, εκπρόσωποι του ελληνικού κοινοβουλίου, αξιότιμοι άρχοντες της Αυτοδιοίκησης, κύριοι εκπρόσωποι των σωμάτων Ασφαλείας και του στρατού, σεβαστοί εκπαιδευτικοί, αγαπητοί γονείς και παιδιά, συγκεντρωθήκαμε σήμερα εδώ όπως κάθε χρόνο για ένα ευλαβικό μνημόσυνο στο μεγάλο ’21.

Σήμερα γιορτάζουμε την Ανάσταση του Γένους μας. Μαζί με τη χριστιανική μας πίστη ευαγγελίζεται και η πατρίδα μας. Μεγάλο χρέος εκπληρώνουμε σήμερα κι ακόμα πιο μεγάλο, τεράστιο, γιγάντιο προβάλλει το 1821.

Μέρα ξεχωριστή, μέρα διπλής εορτής. Του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, όπου ο Αρχάγγελος Γαβριήλ έφερε στην...

Παναγία το μήνυμα του λυτρωμού των ανθρώπων από το ζυγό της αμαρτίας και του ξεσηκωμού των υπόδουλων Ελλήνων ενάντια στους Τούρκους κατακτητές. 

Διπλή γιορτή εορτάζουν σήμερα όλοι οι Έλληνες. Τέλος δυο δραμάτων μας θυμίζει η μέρα ετούτη. Πανανθρώπινο το ένα, εθνικό το άλλο. 

Αυτήν ακριβώς τη μέρα του Λυτρωμού των ανθρώπων από το ζυγό της αμαρτίας, διάλεξαν οι πρόγονοί μας για να υψώσουν το λάβαρο της επανάστασης και να βροντοφωνάξουν σ’ όλο τον κόσμο: «Ελευθερία ή θάνατος». 

Αυτή τη μέρα βρήκαν να συνταιριάζει καλύτερα από κάθε άλλη, τον πόθο τον εθνικό και την πίστη τους στο Χριστό και να διατυπώσουν σε μια φράση τους σκοπούς του μεγάλου ξεσηκωμού τους. 

«Για του Χριστού την πίστη την αγία

  και την Πατρίδας την Ελευθερία».

Η 25η Μαρτίου είναι το μεγαλύτερο εθνικό μας γεγονός, είναι το θαύμα του 19ου αιώνα. Συνοψίζει ό,τι μπορεί ν’ αγαπήσει και να επιθυμήσει, ό,τι μπορεί ν΄ αποκτήσει και να διατηρήσει ένας λαός που ποτέ του δε λύγισε, δεν υπέκυψε και κυρίως ποτέ δε λησμόνησε την ιστορία και την αποστολή του. 

Μετά την άλωση της Πόλης, το 1453, καταστροφή και ερήμωση σκέπασαν κάθε ελληνική γωνιά. Τα χείλη έγιναν πικρά κι αγέλαστα και τα στήθη ματωμένα και βαριά από τον πόνο της σκλαβιάς.

Οι εκκλησίες έγιναν τζαμιά. Τα αρχαία μνημεία ερημώθηκαν. Τα σπίτια γυμνώθηκαν και τα σχολεία έκλεισαν.

Ο Δυνάστης – κατακτητής πίστευε πως με τις διώξεις, τα μαρτύρια, τις σφαγές, τις λεηλασίες, το παιδομάζωμα, τους δυσβάσταχτους φόρους, την εξαθλίωση και την αγραμματοσύνη θα κατάφερνε και ψυχικά να σκλαβώσει το λαό και να του αφανίσει κάθε ελπίδα για ξεσηκωμό.

Όμως δεν κατάφερε τίποτε απ’ ότι υπολόγιζε, γιατί ο Έλληνας είναι γεννημένος να ζει ελεύθερα και ξέρει να υπερασπίζεται τα ιδανικά του, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. 

Έτσι πολλές γενιές Ελλήνων γεννήθηκαν και πέθαναν με το όραμα της λευτεριάς.

Οι ξένοι μπροστά στη θλιβερή αυτή κατάσταση που βρέθηκαν οι Ρωμιοί, πίστεψαν πως η Ελλάδα πέθανε οριστικά σαν έθνος. 

Κι όμως, επέζησε μέσα στην καταιγίδα της μακραίωνης σκλαβιάς των 400 χρόνων, γιατί είχε δουλωθεί μόνο η γη και όχι το φρόνημα των Ελλήνων που παρέμεινε αδούλωτο και ανυπόταχτο. Ποτέ δεν ξέχασαν το ψυχικό τους σθένος, δε λησμόνησαν ποτέ τα κατορθώματα των προγόνων και το κυριότερο, δεν έπαψαν να περιμένουν τη μέρα της απολύτρωσης και για το λόγο αυτό το συναίσθημα της μαζικής εθνικής ενότητας μεγάλωνε συνέχεια.

Έτσι τη χαραυγή της 25ης Μαρτίου του 1821 η σπίθα της λευτεριάς άναψε στα στήθη των σκλάβων και έγινε φλόγα και φώτισε τα κορφοβούνια και τα πελάγη της πατρίδας μας.

Το πρωινό εκείνο που γιόρταζε η Παναγιά, το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας έγινε τα άγια των αγίων της φυλής μας. Εκεί ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ύψωσε το λάβαρο της επανάστασης και όλοι, οπλαρχηγοί, κλέφτες, αρματωλοί και λαός ορκίστηκαν: «Τούρκος να μη μείνει στο Μοριά – μήτε στον κόσμο όλο».

Αξίζει να σημειώσουμε τη μοναδική βοήθεια που πρόσφεραν οι ΦΙΛΕΛΛΗΝΕΣ στον αγώνα: ηθική, υλική και προσωπική.

Αλλά ας αφήσουμε την υπόλοιπη Ελλάδα και ας πούμε λίγα λόγια για την προσφορά της Χαλκιδικής στον Αγώνα του 1821.

Η ηρωική επανάσταση της Χαλκιδικής το 1821, η κήρυξή της και τα  ηρωικά γεγονότα που τη σημάδεψαν δυστυχώς δεν κατέχουν “περίοπτη” θέση στις σελίδες της Ιστορίας, της Παλιγγενεσίας, παρά μόνο στην τοπική Χαλκιδικιώτικη Ιστορία και λαογραφία. Ένας τόπος ξεχωριστός με αδούλωτη ψυχή, που έδωσε σ’ όλη τη Μακεδονία μοναδικά ηρωικά γεγονότα∙ μαζί με τη Νιάουστα (σημερινή Νάουσα) προξενούν μετά 200 χρόνια ρίγη περηφάνειας, φιλοπατρίας και αποφασιστικότητας στο Γένος.

Η Φιλική Εταιρεία και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διέκριναν από την πρώτη στιγμή τη στρατηγική σημασία της Χαλκιδικής.  Για το λόγο αυτό μετέβη στο Άγιο Όρος ο Ιωάννης Φαρμάκης προκειμένου να μυήσει  ηγούμενους, μοναχούς και λαϊκούς. Στη συνέχεια ο Φαρμάκης, αφού μύησε αρκετούς μοναχούς, επισκέφθηκε και άλλες περιοχές της Χαλκιδικής όπου συνάντησε και μύησε τον επίσκοπο Αρδαμερίου Ιγνάτιο το 1818 που αποτέλεσε την απαρχή μορφοποίησης του επαναστατικού κινήματος. 

Ένας Φιλικός από τη Χαλκιδική  ο οποίος έπαιξε ρόλο στον αγώνα, είναι ο Ιωάννης Παπαγεωργάκης (Λογοθέτης) από τον Πολύγυρο. Ο Ιωάννης Λογοθέτης, αρχιγραμματέας του Γρηγορίου του Ε’, κρυφά στην πατρική καλύβα  μύησε τα αδέρφια του Κύρκο και Μαυρουδή, καθώς και το Μενεξέ από τη Θεσσαλονίκη.

Τέλος πρέπει να τονιστεί και ο ρόλος του ιεροδιακόνου Ιερόθεου, ο οποίος μύησε πάρα πολλούς Κασσανδρινούς στη Φιλική Εταιρεία και βοήθησε στο ξεσηκωμό της Κασσάνδρας.

Ενώ οι φιλικοί προετοίμαζαν τον αγώνα στη Χαλκιδική μυώντας προκρίτους, λαϊκούς και μοναχούς, τα γεγονότα τους προλαβαίνουν. Η Φιλική Εταιρεία αποφασίζει να αρχίσει η Επανάσταση του 1821 από τη Μολδοβλαχία και τη Μακεδονία. Στη Μακεδονία επιλέχθηκε η Χαλκιδική, ως ορμητήριο, λόγω της γεωγραφικής της θέσης.  Επίσης είχε προχωρήσει η μύηση πολλών σημαντικών και απλών κατοίκων, καθώς και ρασοφόρων, γεγονός που αντανακλά μία καλά μελετημένη προετοιμασία και προεργασία.

Ο φιλόπατρης Εμμανουήλ Παπάς, επιτυχημένος έμπορος από τις Σέρρες, αναχωρεί στις 23 Μαρτίου 1821 από την Κωνσταντινούπολη με το καράβι του Λημνιού φίλου του Χατζηβισβίζη γεμάτο όπλα, μπαρούτι και αρκετά τρόφιμα τα οποία είχε αγοράσει με δικά του χρήματα. Αποβιβάζεται σ’ ένα μικρό λιμανάκι δίπλα στη μονή Βατοπεδίου και  στη συνέχεια μεταβαίνει στις Μονές Αγίας Λαύρας και Ιβήρων και στο τέλος καταλήγει στη Μονή Εσφιγμένου. Από την επομένη αρχίζει μυστικές συνεννοήσεις με τους προϊσταμένους της Ιεράς Κοινότητας αλλά και με τους Φιλικούς του Αγίου Όρους στη Μονή Εσφιγμένου, προκειμένου να μην τους αντιληφθεί ο μποσταντζής (ο Οθωμανός αστυνομικός διοικητής των Καρυών).

Ο Μουτεσελίμης Θεσσαλονίκης, Σερίφ Σιντίμ Γιουσούφ Μπέης, αναπληρωτής του Βαλή Χουσεΐν Πασά, ανήσυχος από τις επαναστατικές ενέργειες των ραγιάδων κατευθύνεται προς την Ιερισσό με απώτερο σκοπό να εισβάλει στο Άγιο Όρος και να εξακριβώσει εάν ήταν αληθινές οι πληροφορίες  για την προετοιμαζόμενη εξέγερση. Οι αγιορείτες μοναχοί θορυβήθηκαν από την άφιξη του Γιουσούφ Μπέη στην Ιερισσό, αλλά ο Εμμανουήλ Παπάς χειρίστηκε το ζήτημα με μεθοδικότητα: στέλνει στο Μουτεσελίμη αντιπροσωπεία μοναχών με πλούσια δώρα και παραπλανητικές υποσχέσεις, υπενθυμίζοντας στο Μπέη τα ειδικά προνόμια τα οποία είχε παραχωρήσει ο Σουλτάνος στο Άγιο Όρος, με κυριότερο απ΄ όλα την απαγόρευση εισόδου τουρκικών στρατευμάτων σε αυτό. Ο Γιουσούφ Μπέης στερούμενος επαρκών στοιχείων και έχοντας υπόψη τα ειδικά προνόμια τα οποία ήταν σεβαστά από αιώνες, δεν εισέβαλε στο Άγιο Όρος. Εγκατέστησε όμως φρουρά στην Ιερισσό. Απέστειλε επίσης ισχυρά αποσπάσματα στα κεφαλοχώρια και στις κωμοπόλεις της Χαλκιδικής με  εντολή να αποστείλουν στη Θεσσαλονίκη τους πλέον επιφανείς πρόκριτους και να προβούν στον αφοπλισμό των κατοίκων. Μετά από τις ενέργειες αυτές επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, αφού συνέλαβε ως ομήρους περίπου 80 μονάχους από  διάφορα μετόχια. 

Οι πρόκριτοι στέλνουν στη θέση τους άσημους χωρικούς, τους οποίους φυλακίζει ο Γιουσούφ στα υπόγεια του κονακίου του μαζί με τους μοναχούς. Ταυτόχρονα διατάζει το διοικητή της Πολιτοφυλακής της Παζαρούδας με 500 άντρες και το διοικητή των Χασικοχωρίων, Χασάν Αγά, με άλλους τόσους να εισβάλουν στο εσωτερικό της Χαλκιδικής.

Η πρώτη επαναστατική εξέγερση εκδηλώνεται στις 17 Μαΐου στον Πολύγυρο, αν και φαίνεται ότι πριν από την εξόντωση της τουρκικής φρουράς του Πολυγύρου προηγήθηκαν και άλλες πολεμικές συγκρούσεις στη Χαλκιδική. 

Στις 16 προς 17 Μαΐου η Τουρκική φρουρά του Πολυγύρου γίνεται προκλητική: βρίζει, απειλεί, τρομοκρατεί τους ντόπιους που συναντά και στο τέλος αρχίζει να πυροβολεί τους κατοίκους. Αυτό είναι το έναυσμα, η αφορμή για να ξεκινήσει η εξέγερση. Στις 17 Μαΐου οι Πολυγυρινοί αρπάζουν τα όπλα, καταλαμβάνουν το διοικητήριο, σκοτώνουν τον Τούρκο Διοικητή (βοεβόδα) και 14 άνδρες του, τραυματίζουν τρεις και σπεύδουν στο Καϊτζίκι (Παλαιόκαστρο), για να αποκρούσουν τα δύο τουρκικά σώματα που στέλνει ο Γιουσούφ Μπέης με σκοπό να αποτρέψει την ένωση των Πολυγυρινών με άλλες επαναστατικές δυνάμεις. 

Τον Πολύγυρο ακολουθούν η Ορμύλια, η Κασσάνδρα, ο Παρθενώνας, η Νικήτη, τα Μαντεμοχώρια, καθώς και τα χωριά της Καλαμαριάς που εκτείνονταν από την Επανομή μέχρι το Καργί Λιμάνι (σημερινά Νέα Μουδανιά).

Στο Άγιο Όρος οι μοναχοί και οι λαϊκοί συγκεντρώνονται στις Καρυές. Περιορίζουν τον μποσταντζή Χασεκί Χαλίλ Αγά και την υπόλοιπη φρουρά στη Μονή Κουτλουμουσίου. Στη συνέχεια, τελείται την 31η Μαΐου στο Πρωτάτο των Καρυών, πρωτοστατούντος του επισκόπου Μαρωνείας Κωνστάντιου, εκκλησιαστική τελετή όπου ευλογείται ο ξεσηκωμός και ξεκινάει επίσημα ο Αγώνας στη Χαλκιδική. Εκεί ορίζεται αρχιστράτηγος της Μακεδονίας ο Εμμανουήλ Παπάς.

Στη Θεσσαλονίκη ο Γιουσούφ Μπέης συλλαμβάνει πάνω από 2.000 Έλληνες τους οποίους οδηγεί στις φυλακές των υπογείων του τουρκικού Διοικητηρίου και στον αυλόγυρο του ναού του Γρηγορίου του Παλαμά. Μόλις φτάνει η είδηση του χαλασμού της τουρκικής φρουράς του Πολυγύρου από τους επαναστάτες, αρχίζουν άγριες σφαγές από τους Τούρκους. Στις σφαγές αυτές κατακρεουργούνται ο επίσκοπος Κίτρους Μελέτιος Α’ και ο ιερέας Παπαγιάννης του Αγίου Μηνά. Οι σφαγές συνεχίζονται στο Καπάνι. Εκτός από τον τουρκικό όχλο αξίζει να σημειωθεί ότι πολλοί Ισραηλίτες και Λεβαντίνοι συνδράμουν και συμμετέχουν στα έκτροπα που διαδραματίζονται στη Θεσσαλονίκη.

Μετά την κατάπνιξη κάθε απόπειρας εξέγερσης στη Θεσσαλονίκη ο Γιουσούφ-μπέης  δια μέσω του Λαγκαδά εκστρατεύει προς τη Βόρεια Χαλκιδική για να τιμωρήσει τους επαναστάτες. Όταν έφτασε στην Παζαρούδα συνέλαβε και έπνιξε στη λίμνη της Βόλβης τους περισσότερους κατοίκους της.

Ο Παπάς μετά την ανάληψη της αρχηγίας του Αγώνα στη Χαλκιδική χωρίζει τους εξεγερθέντες σε δύο φάλαγγες: στη μία, που συγκροτείται από αγιορείτες μοναχούς, αναλαμβάνει ο ίδιος την αρχηγία, και στην άλλη θέτει την αρχηγία στον Καπετάν Χάψα. Το σχέδιο των επαναστατών προέβλεπε την κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Η φάλαγγα με αρχηγό τον Εμμανουήλ Παππά θα ξεκινούσε από την περιοχή της Ιερισσού, και μέσω της Ρεντίνας θα μετέβαινε στο Λαγκαδά. Η άλλη θα περνούσε από Αρναία, Ζερβοχώρια, Γαλάτιστα, Βασιλικά υπό τις εντολές του Καπετάν Χάψα. Με το σχέδιο αυτό θεωρούσαν ότι θα κατάφερναν να πολιορκήσουν τη Θεσσαλονίκη που αποτελούσε σημαντικό κόμβο ανεφοδιασμού του τουρκικού στρατού.

Η φάλαγγα του Εμμανουήλ Παπά επιτίθεται κατά της Ιερισσού, απωθεί την τουρκική φρουρά και καταλαμβάνει την κωμόπολη. Από την Ιερισσό, ο Εμμανουήλ Παπάς, αφού δίετρεξε με τους επαναστατημένους τα χωριά που βρίσκονταν πλησίον της Ιερισσού, περνά τα στενά της Ρεντίνας, καταλαμβάνει το Εγρί Μπουτζιάκ (Νέα Απολλωνία) και  παραμένει εκεί για κάποιες μέρες χωρίς να έρθει σε επαφή με τους Οθωμανούς. Οι Δυνάμεις του Εμ. Παπά ενισχύθηκαν και από άλλες δυνάμεις του εσωτερικού της Χαλκιδικής.

Η άλλη φάλαγγα του Καπετάν Χάψα μέσω Αρναίας, Χολομώντα, Γαλάτιστας φτάνει στα Βασιλικά όπου σ’ αυτήν ενσωματώνονται ντόπιοι επαναστάτες από το Βάβδο, τη Γαλάτιστα και τα Βασιλικά. Μόλις πληροφορήθηκε την επανάσταση των Βασιλικών ο Γιουσούφ Μπέης έστειλε εναντίον των επαναστατών ένα απόσπασμα με 300 ιππείς για να ενισχύσει το απόσπασμα του Αγκούς Αγά και στη συνέχεια να επιτεθούν εναντίον των Βασιλικών. Εν τω μεταξύ ο Γιουσούφ Μπέης διαισθανόμενος τη δύσκολη θέση του, αρχίζει να λαμβάνει μέτρα ενίσχυσης της Θεσσαλονίκης, περιμένοντας βοήθεια από την Κωνσταντινούπολη.

Η Υψηλή Πύλη διατάζει τον Μπεχράμ Πασά να σπεύσει στην Πελοπόννησο για να καταπνίξει την Επανάσταση, αφού πρώτα καταστείλει πάση θυσία την επανάσταση της Χαλκιδικής. 

Ο Καπετάν Χάψας βλέποντας τις φάλαγγες των Τούρκων, αποφασίζει να αντισταθεί στους πρόποδες του Βούζιαρη. Την υποχώρηση αναλαμβάνουν οι Βασιλικιώτες. Οι άντρες του Χάψα οχυρώνονται στις πλαγιές της Αγίας Αναστασίας. Η τελική σύγκρουση σημειώνεται την 13η Ιούνη, όπου σκοτώνεται ο Χαψάς με 62 άλλους  Συκιώτες - μόνο δύο παλικάρια σώθηκαν- στην τοποθεσία στου ”Τσεπέλ τις πέτρες” κοντά στο μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας από τους Τούρκους. Σήμερα η περιοχή ονομάζεται ”Κομμένοι” ή ”Συκιωτούδια” και έχει ανεγερθεί μνημείο του Χάψα.

Μετά τη φονική μάχη, οι Τούρκοι στρέφονται προς το αυλάκι της Ποτίδαιας, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι Έλληνες αγωνιστές. Εκτός της Ποτίδαιας άλλο ένα σώμα αντίστασης από αγωνιστές, λαϊκούς και μοναχούς έχει σχηματιστεί προ του Αγίου Όρους, στη θέση ”Πρόβλακα”. Οι Τούρκοι στο διάβα τους καίνε και λεηλατούν ότι βρουν μπροστά τους.

Ο Μπεχράμ Πασάς με πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις και πυροβολικό επιτίθεται στη Βόρεια φάλαγγα των επαναστατών του Εμμανουήλ Παπά την 15η Ιουνίου στην περιοχή που εκτείνεται από τα στενά της Ρεντίνας μέχρι τη Νέα Απολλωνία και τους απωθεί. Ο Εμμανουήλ Παπάς διαισθανόμενος τη δύσκολη θέση του, διατάζει υποχώρηση προς τον όγκο του Χολομώντα. Το τουρκικό ιππικό με 3.000 ιππείς προλαμβάνει την οπισθοφυλακή πλησίον της Νέας Απολλωνίας και τη διαλύει. Ο ίδιος ο Παπάς μαζί με 200 άντρες οπισθοχωρεί στον Πολύγυρο. Οι περισσότεροι από τους μοναχούς με τον ηγούμενο της μονής Εσφιγμένου Ευθύμιο καταφεύγουν στο Άγιο Όρος. Οι άλλοι επαναστάτες κατευθύνονται προς την Κασσάνδρα. Οι Τούρκοι πυρπολούν όλα τα χωριά της περιοχής και κατασφάζουν τους κατοίκους. Όσοι διασώθηκαν κατέφυγαν στα δύσβατα και δασώδη βουνά της Χαλκιδικής. 

Ενώ συμβαίνουν όλα αυτά στην υπόλοιπη Χαλκιδική, οι Κασσανδρινοί αντιμετωπίζουν με επιτυχία τις τουρκικές επιδρομές. 

Στις 26 Ιουνίου 1821 ο Αχμέτ Μπέης από το Μυριόφυτο όπου ήτανε στρατοπεδευμένος εφορμά εναντίον των υπερασπιστών της Κασσάνδρας, όμως οι Έλληνες μαχητές τον αποκρούουν. Την 27η Ιουνίου 1821 οι Τούρκοι επιτίθενται εναντίον της Ορμύλιας όπου και εκεί αποκρούονται. Στις 18 Αυγούστου ένα τμήμα 700 Ελλήνων πολεμιστών αποβιβάζεται στον Άγιο Μάμα, επιτίθεται εναντίον των Τούρκων και σκοτώνει περισσότερους από 300 στρατιώτες στη μάχη των Ελών ή του Αγίου Μάμαντος, όπως έμεινε στην ιστορία. 

Στα μέσα Σεπτεμβρίου η κατάσταση των επαναστατών στην Κασσάνδρα είναι απελπιστική, εξαιτίας της έλλειψης πολεμοφοδίων και τροφίμων, της απροθυμίας των μοναχών να συνεχίσουν τον αγώνα και της εγκατάλειψης της Χερσονήσου από τους περισσότερους Ολύμπιους αγωνιστές. Ο Παπάς ζητά ενισχύσεις από την Πελοπόννησο, χωρίς όμως ανταπόκριση. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1821 ο Παπάς παρακινεί τους Κασσανδρινούς, παρά τις αντιδράσεις τους, να κάνουν απόβαση στο Μυριόφυτο για να καταλάβουν τα νώτα των Τούρκων. Η απόβαση κατέληξε σε οικτρή αποτυχία. Οι Τούρκοι διέλυσαν τους επαναστάτες από τους οποίους ελάχιστοι διασώθηκαν. Αυτό κλόνισε σοβαρά το ηθικό των Κασσανδρινών, οι οποίοι σιγά-σιγά αποσύρθηκαν στα χωριά τους αφήνοντας ως φρουρά λίγους άνδρες, υπό την αρχηγία του Μεγάλου Γιαννιού.

Στις 29 Σεπτεμβρίου ο Σουλτάνος διορίζει πασά της Θεσσαλονίκης τον ικανότατο Βεζίρη Μεχμέτ Εμίν Αβδούλ Αμπούδ, τον επονομαζόμενο για τη σκληρότητά του Εμπούτ Λουμπούτ, δηλαδή ροπαλοφόρο, και τον διατάζει να εκστρατεύσει εναντίον της Χαλκιδικής.  Ξεκινά στα μέσα Οκτώβρη με 14.000 άντρες, επικουρούμενος από 500 Εβραίους, εναντίον της Κασσάνδρας, την οποία υπερασπίζονται 600 Έλληνες. Στις 18 Οκτώβρη ξεκινά σφοδρή επίθεση από στεριά και θάλασσα, αλλά αποτυγχάνει. Ζητάει και παίρνει μεγάλες ενισχύσεις από άλλους Καζάδες, αλλά προτού εξαπολύσει την τελική επίθεση, στέλνει επιστολή προς τον Εμμανουήλ Παπά και τους άλλους οπλαρχηγούς για συνθηκολόγηση και αμνηστία, η οποία απορρίπτεται. 

Ο Λουμπούτ,  αφού προετοιμάστηκε πολύ καλά και μετά την απόρριψη της συνθηκολόγησης, διατάζει την τελική επίθεση τα ξημερώματα της 14ης Νοεμβρίου. Ξεκινάει σφοδρούς βομβαρδισμούς στο ανατολικό μέρος  (Τορωναίος) του καναλιού, αναγκάζοντας τους Έλληνες να μετακινήσουν το μεγαλύτερο μέρος της δύναμης τους προς τα εκεί, με αποτέλεσμα το δυτικό μέρος (Θερμαϊκός) να μείνει με λίγους υπερασπιστές έχοντας αρχηγό τους τον «Μεγάλο Γιαννιό» (Χατζηχριστοδούλου)”. Πληροφορούμενοι οι Τούρκοι ότι τα νερά είναι ρηχά, ρίχνουν σακιά με χώμα, μαλλιά, σανίδια, βαρέλια, πτώματα και κλαδιά για μπάζωμα και κατορθώνουν να περάσουν τακτικά τμήματα του στρατού τους μέσα στην Κασσάνδρα, στα νώτα των λίγων μαχητών του «Μεγάλου Γιαννιού», τους οποίους εξουδετερώνουν. Οι επιζήσαντες υποχωρούν μαχόμενοι στο εσωτερικό της Χερσονήσου. Η ύστατη άμυνα γίνεται αρχικά στο χωριό Πίνακα, στη συνέχεια στην Κύψελα και τέλος στην κορυφογραμμή  ”Απάνω Χώρα” του Παλαιοκάστρου, όπου και κάμφθηκε. 

Από το σημείο εκείνο και έπειτα ξεκινάει ο «Μεγάλος Χαλασμός». Τα τουρκικά στίφη ξεχύνονται στη Χερσόνησο της Κασσάνδρας και διαπράττουν οποιαδήποτε θηριωδία βάνει ο ανθρώπινος νους. 

Η ολοκληρωτική  καταστροφή συνεχίζεται ως τα τέλη του Δεκέμβρη του 1821, όταν ο Λουμπούτ εγκαθιστά τουρκική φρουρά στην Ιερισσό και στο Άγιον Όρος, η οποία θα παραμείνει ως το 1830. Λίγο πριν εισχωρήσει η τουρκική φρουρά στο Άγιον Όρος ο Λουμπούτ ανάγκασε σε έξοδο όλους τους Χαλκιδικιώτες από το Περιβόλι της Παναγίας. Μόλις βγήκαν τους εξανάγκασε να περνάνε από μία αψίδα που ήταν σχηματισμένη από δύο μεγάλα σπαθιά. Όπως μας σώζει η παράδοση 400 άτομα σφαγιάστηκαν στο «Μαύρο Αλώνι». 

Η Κασσάνδρα κάηκε πέρα ως πέρα. Πάρα πολλοί άνθρωποι σφαγιάστηκαν, ενώ ο αριθμός των αιχμαλώτων παραμένει άγνωστος. Η Κασσάνδρα έγινε Ολοκαύτωμα και στην τοπική ιστορία έμεινε ως «ο Μεγάλος Χαλασμός». Όσοι σώθηκαν κατέφυγαν στο Άγιο Όρος, στις Σποράδες, στην Αίγινα, στην Αταλάντη, στην Ύδρα και στα Ψαρά. Η Κασσάνδρα έμεινε έρημη. Μετά από φιρμάνι του Σουλτάνου δόθηκε αμνηστία και άρχισαν να επιστρέφουν κάποιοι μετά από έκκληση- επιστολή του Αναστασίου Χιμευτού.

Ο συνολικός απολογισμός αυτού του αγώνα ήταν φρικτός. Η καταστροφή της Χαλκιδικής ήταν ολοκληρωτική. Τα ίδια τα τουρκικά έγγραφα αναφέρουν ότι κάηκαν 78 ελληνικά χωριά, 59 μετόχια και 16 ερειπωμένα τουρκικά χωριά και τσιφλίκια. Οι κάτοικοι, όσοι επέστρεψαν στα χωριά τους, βρίσκονταν σε τέτοια ένδεια, ώστε τους απάλλαξαν από τους φόρους του 1822 και επιπλέον μερίμνησαν οι τουρκικές αρχές ώστε να τους δοθούν ζώα, επειδή όλα είχαν σφαγιασθεί.

Ο ηρωικός Εμμανουήλ Παπάς μετά την αποτυχία του κινήματος της Χαλκιδικής, μπήκε σε ένα πλεούμενο με κατεύθυνση την Ύδρα, αλλά από την έντονη λύπη  η καρδιά του δεν άντεξε και πέρασε στους Αθάνατους.

Η συμβολή της Χαλκιδικής στην εδραίωση της Επανάστασης στη Νότια Ελλάδα ήταν πολύ σημαντική. Πέρα του ότι απασχόλησε για μεγάλο χρονικό διάστημα (περίπου έξι μήνες) πολλά τουρκικά στρατεύματα στην περιοχή∙ πολλοί Χαλκιδικιώτες αγωνιστές με τη θυσία και τον αγώνα τους συνέβαλαν  στη δημιουργία του πρώτου ελληνικού κράτους. Ο Μπεχράμ Πασάς  καθυστέρησε παραπάνω από ένα μήνα στη Χαλκιδική και στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να αντιμετωπίσει τους εξεγερμένους επαναστάτες. Αυτή η καθυστέρηση έδωσε ενδεχομένως το χρόνο στους οπλαρχηγούς Γκούρα και Δυοβουνιώτη να προετοιμαστούν καλύτερα. Η μάχη που δόθηκε στα Βασιλικά της Στερεάς Ελλάδας ήταν νικηφόρα για τους Έλληνες όπου συνέτριψαν το στρατό του Μπαϊράμ και κυριολεκτικά  τον εξαφάνισαν.

Μετά το Χαλασμό και την πλημμύρα αίματος θα ακολουθήσουν και άλλα επαναστατικά κινήματα στη Χαλκιδική. Στα 1854 οι Χαλκιδικιώτες ανασυντάχθηκαν και πήραν και πάλι τα άρματα για να διώξουν τον κατακτητή. Αυτή τη φορά ακολούθησαν έναν παλιό έμπειρο οπλαρχηγό της προηγούμενης επανάστασης, τον Τσάμη Καρατάσο, χωρίς και πάλι κάποιο θετικό αποτέλεσμα. 

Θα ακολουθήσουν ακόμη: η εξέγερση του 1878, όπου στη Χαλκιδική υπήρξαν επαναστατικές ζυμώσεις και προετοιμασίες, ο Μακεδονικός Αγώνας όπου οι Χαλκιδικώτες συμμετείχαν με οπλαρχηγούς, αντάρτες, πράκτορες του ελληνικού κράτους, ώσπου να φτάσουμε στην 1η Νοεμβρίου 1912, όταν επίσημα ο ελληνικός στρατός θα μπει απελευθερωτής στη Χαλκιδική.

Σήμερα που γιορτάζουμε με βαθιά ικανοποίηση και ιστορική αναπόληση την ιερή μνήμη όλων των αγωνιστών του ’21, ας τους υποσχεθούμε πως θα αποτελούν για μας αρχή και κανόνα ζωής και θα διαποτίζουν με το φρόνημά τους, τους μεγάλους εθνικούς μας οραματισμούς. Ας τους υποσχεθούμε ότι δε θα τρομάξουμε και δε θα φοβηθούμε σε όλα αυτά που προσπαθούν να μας περάσουν με τα διάφορα μέσα τους. Ας τους υποσχεθούμε ότι θα προτάξουμε τα στήθη μας και θα πούμε ΟΧΙ στα όποια σχέδιά τους. Ας τους υποσχεθούμε ότι το μέλλον θα το φτιάξουμε μόνοι μας. Ας τους υποσχεθούμε ότι τη μοίρα και την τύχη μας θα την πάρουμε στα χέρια μας και δε θα αφήσουμε τα παιδιά μας να φύγουν μακριά. 

Είναι τούτο χρέος ιερό, εθνική επιταγή, μέγιστο καθήκον. Ο αγώνας τους θα είναι για μας όρκος τιμής κι ανδραγαθίας και η μεγάλη τους κληρονομιά θα διατηρείται από μας σαν κόρη οφθαλμού, γιατί: 

«πατρός τε και μητρός και των άλλων προγόνων απάντων, τιμιώτερον και αγιώτερον έστιν η πατρίς».

Ζήτω η 25η Μαρτίου 1821

Ζήτω η αθάνατη Ελλάδα μας.


 Χρήστος Αθ. Φυλαχτός

Δάσκαλος – Συγγραφέας

Πρόεδρος Δημοτικού 

Ραδιοφώνου Πολυγύρου 

Δεν υπάρχουν σχόλια: