Κάθε φορά που ανακοινώνεται ένα νέο ρεκόρ στις εξαγωγές επιτραπέζιας ελιάς, περισσεύουν τα χαμόγελα.
Το ελληνικό προϊόν κατακτά τις διεθνείς αγορές. Οι εξαγωγές αυξάνονται. Ο τζίρος μεγαλώνει. Νέες χώρες ανοίγουν τις πόρτες τους στην ελληνική ελιά.
Ωραία όλα αυτά.
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα:
ο άνθρωπος που παράγει αυτή την ελιά δεν αισθάνεται ότι συμμετέχει στο «θαύμα».Και δεν το λέει επειδή ζηλεύει την επιτυχία του προϊόντος του. Το λέει επειδή, ενώ βλέπει την ελιά Χαλκιδικής να φεύγει για περισσότερες από εκατό χώρες, ο ίδιος δυσκολεύεται να πληρώσει το λίπασμα, το ρεύμα, τους εργάτες και τον ΕΦΚΑ.
Οι αριθμοί ευημερούν — οι παραγωγοί όχι πάντα
Το 2011 η αξία των ελληνικών εξαγωγών επιτραπέζιας ελιάς βρισκόταν περίπου στα 353 εκατομμύρια ευρώ. Μέχρι το 2023 είχε πλησιάσει τα 620 εκατομμύρια, το 2024 κατέγραψε νέο ρεκόρ και το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία του κλάδου, άγγιξε τα 872 εκατομμύρια ευρώ.
Μέσα σε μία δεκαπενταετία, λοιπόν, η εξαγωγική αξία υπερδιπλασιάστηκε.

Από το 2015 μέχρι το 2025 η αξία των εξαγωγών αυξήθηκε περίπου κατά 115% και ο όγκος τους κατά 61%. Περισσότερο από το 90% της ελληνικής παραγωγής επιτραπέζιας ελιάς κατευθύνεται πλέον στο εξωτερικό.
Άρα, το προϊόν δεν βρίσκεται σε παρακμή. Κάθε άλλο.
Η ελιά αποδεικνύεται ένα από τα πιο δυναμικά εξαγωγικά προϊόντα της ελληνικής γεωργίας. Η μεταποίηση και το εμπόριο έχουν μπροστά τους μια αγορά που μεγαλώνει, αποκτά αξία και δημιουργεί σημαντικό κύκλο εργασιών.
Η εύλογη απορία είναι άλλη:
Αν η πίτα μεγαλώνει τόσο γρήγορα, γιατί το κομμάτι του παραγωγού εξακολουθεί να είναι τόσο λεπτό;
Ποια ακριβώς είναι η «μείωση» που επικαλείται η ΠΕΜΕΤΕ;
Η ΠΕΜΕΤΕ κρούει το καμπανάκι για την ανταγωνιστικότητα, επικαλούμενη μείωση των εξαγωγών κατά 1% σε αξία και κατά 2,2% σε ποσότητα. Μόνο που οι ίδιοι οι αριθμοί δεν αποδεικνύουν πτώση της εξαγωγικής τιμής. Όταν η αξία περιορίζεται κατά 1%, αλλά η ποσότητα κατά 2,2%, η μέση εξαγωγική αξία ανά κιλό όχι μόνο δεν μειώνεται, αλλά αυξάνεται περίπου κατά 1,2%. Και αν δούμε τη μεγάλη εικόνα, από το 2015 μέχρι το 2025 η αξία των εξαγωγών αυξήθηκε κατά 115% και ο όγκος κατά 61%, πράγμα που συνεπάγεται αύξηση της μέσης εξαγωγικής αξίας ανά κιλό κατά περίπου 33,5%. Συνεπώς, μια περιορισμένη και πρόσκαιρη κάμψη του εξαγόμενου όγκου δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως απόδειξη ότι το προϊόν έχασε την αξία ή τη διεθνή δυναμική του. Η ΠΕΜΕΤΕ δικαιολογημένα επισημαίνει την αύξηση κατά 30% στις μεταφορές, κατά 20% στα υλικά συσκευασίας και τις πιέσεις από ενέργεια, εργατικά, δασμούς και διεθνή ανταγωνισμό. Όμως ακριβώς τις ίδιες —και σε αρκετές περιπτώσεις μεγαλύτερες— ανατιμήσεις πληρώνει επί χρόνια και ο παραγωγός, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να τις μετακυλίσει σε κανέναν.
Η πραγματική κατάρρευση φαίνεται στο χωράφι. Με απόδοση 35 κιλών ανά δέντρο και πιθανή τιμή από 0,80 έως 1,10 ευρώ το κιλό, ένα δέντρο αποφέρει ακαθάριστα μόλις 28 έως 38,50 ευρώ. Στην εκμετάλλευση των 1.000 δέντρων αυτό σημαίνει ακαθάριστη είσπραξη από 28.000 έως 38.500 ευρώ, όταν το εκτιμώμενο πλήρες κόστος κυμαίνεται από 52.500 έως 66.500 ευρώ. Η ζημιά μπορεί επομένως να φτάσει από 14.000 έως 38.500 ευρώ, πριν ακόμη υπολογιστεί ο φόρος εισοδήματος. Για τον παραγωγό των 200 δέντρων, η είσπραξη περιορίζεται στα 5.600–7.700 ευρώ, απέναντι σε συνολικό κόστος 12.600–16.100 ευρώ. Αυτό είναι πραγματική μείωση εισοδήματος: όχι 1% και 2,2% σε έναν εξαγωγικό πίνακα, αλλά απώλεια που μπορεί να εξαφανίσει ολόκληρη την αμοιβή της οικογένειας και μέρος του κεφαλαίου της επόμενης χρονιάς.

Επομένως, το καμπανάκι της ανταγωνιστικότητας δεν πρέπει να χτυπά μόνο προς την πλευρά του παραγωγού και της τιμής του. Αν τα περιθώρια της μεταποίησης πιέζονται, η λύση δεν μπορεί να είναι να μεταφερθεί ολόκληρη η πίεση στον πρώτο και πλέον εκτεθειμένο κρίκο της αλυσίδας. Γιατί μια ελιά φθηνότερη από το πραγματικό κόστος παραγωγής μπορεί να φαίνεται προσωρινά πιο ανταγωνιστική στο εξωτερικό, αλλά στο εσωτερικό αφήνει πίσω της ζημιές, εγκαταλελειμμένα χωράφια και παραγωγούς χωρίς κεφάλαιο για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο.
Η Χαλκιδική δεν είναι κομπάρσος
Σε μία κανονική παραγωγική χρονιά η Χαλκιδική μπορεί να δώσει περίπου 120.000 τόνους πράσινης ελιάς. Η καλλιέργεια απλώνεται σε περίπου 230.000 στρέμματα και στηρίζει χιλιάδες παραγωγούς, εργάτες, μεταποιητικές μονάδες και οικογένειες.
Σε σύγκριση με τις συνολικές ελληνικές εξαγωγές του 2025, η παραγωγή της Χαλκιδικής αντιστοιχεί αριθμητικά περίπου στο 43% του εξαγόμενου όγκου. Αν υπολογίσουμε ότι εξάγεται περισσότερο από το 90% της παραγωγής, μία προσεκτικότερη εκτίμηση τοποθετεί τη συμμετοχή της περίπου στο 38%.
Δεν πρόκειται για επίσημη τελωνειακή καταγραφή ανά ποικιλία, αλλά η τάξη μεγέθους είναι αποκαλυπτική: περίπου τέσσερις στις δέκα ελληνικές επιτραπέζιες ελιές που βρίσκουν δρόμο προς τις διεθνείς αγορές μπορούν, σε μία κανονική χρονιά, να συνδέονται με την παραγωγή της Χαλκιδικής.
Με μια απλή αναλογική αποτίμηση, πίσω από αυτή την ποσότητα βρίσκεται εξαγωγικός κύκλος εργασιών εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Κύκλος εργασιών, βέβαια, δεν σημαίνει καθαρό κέρδος. Οι επιχειρήσεις έχουν κόστος επεξεργασίας, συσκευασίας, αποθήκευσης, χρηματοδότησης και μεταφοράς.
Αλλά ούτε και η τιμή παραγωγού είναι κέρδος.
Κι αυτό συχνά «ξεχνιέται» στη δημόσια συζήτηση.
Το παρελθόν δεν είναι μέτρο σύγκρισης
Ακούγεται συχνά ότι οι παραγωγοί πληρώνονται σήμερα καλύτερα από ότι πριν από δέκα ή δεκαπέντε χρόνια.
Ονομαστικά, αυτό είναι σωστό. Πραγματικά, όμως, είναι μόνο η μισή αλήθεια και ο διάβολος πάντα κρύβεται στις λεπτομέρειες.
Το 2012 υπήρχαν τιμές της τάξης των 40–42 λεπτών το κιλό. Το 2013 η τεράστια απώλεια παραγωγής οδήγησε σε απότομη άνοδο των τιμών. Το 2014 καταγράφηκαν ακόμη και τιμές πάνω από 2,30 ευρώ για τα μεγάλα νούμερα που πάλι μέσο όρο δίνουν 1,60 – 1,70 στο σύνολο της παραγωγής.
Όμως το 2014 ήταν μία ακραία χρονιά, με μαζική ακαρπία, ζημιές και χαλαζοπτώσεις. Δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως φυσιολογικό σημείο αναφοράς.
Υψηλή τιμή χωρίς καρπό δεν σημαίνει υψηλό εισόδημα. Σημαίνει μηδέν εισόδημα και αδυναμία παραγωγής για την επόμενη χρονιά.
Ο παραγωγός δεν πληρώνει τον λογαριασμό της ΔΕΗ με την τιμή που «ακούστηκε» για τα μεγάλα μεγέθη. Τον πληρώνει με τα συνολικά κιλά που κατάφερε να παραδώσει και με ό,τι απέμεινε αφού εξόφλησε τα έξοδα της χρονιάς.
Το δέντρο δεν μεγαλώνει μόνο του
Για να φτάσει η πράσινη ελιά στο τελάρο, ο νοικοκύρης παραγωγός πρέπει να βρίσκεται στο χωράφι ολόκληρο τον χρόνο.
Χρειάζεται βασική λίπανση, επιπλέον άζωτο και διαφυλλικά μικροστοιχεία. Απαιτείται συνεχής φυτοπροστασία για δάκο, πυρηνοτρήτη και μυκητολογικές προσβολές. Χρειάζονται χαλκούχες εφαρμογές, πότισμα, καθαρισμός των λαίμαργων, δύο ή τρεις κοπές χόρτων και κανονικό κλάδεμα κάθε χρόνο.
Και ύστερα έρχεται η συγκομιδή, η πιο απαιτητική και πολυδάπανη εργασία.
Το ημερομίσθιο ενός κλαδευτή από περίπου 30 ευρώ το 2011 έχει φτάσει στα 70 ευρώ. Δηλαδή αύξηση περίπου 133%.
Τα συλλεκτικά από 2 ευρώ για το τελάρο των 25 κιλών έχουν ανέβει στα 4 και συχνά στα 5 ευρώ. Αύξηση από 100% έως 150%.
Τα καύσιμα, το ρεύμα, τα λιπάσματα και τα φυτοπροστατευτικά έχουν επίσης ακριβύνει σημαντικά. Σε περιόδους της ενεργειακής κρίσης, οι επίσημες αυξήσεις στα λιπάσματα ξεπέρασαν ακόμη και το 50% μέσα σε έναν χρόνο.
Με βάση τις πραγματικές εργασίες μιας φροντισμένης εκμετάλλευσης, το άμεσο λειτουργικό κόστος ανά δέντρο έχει περίπου διπλασιαστεί από το 2011. Η εκτίμηση τοποθετεί την αύξηση κοντά στο 108%–109%, χωρίς να περιλαμβάνονται όλες οι αποσβέσεις, η αξία της γης, ο τόκος του κεφαλαίου και η προσωπική εργασία της οικογένειας.
Αυτό είναι το σημείο όπου η ωραία αφήγηση των «υψηλών τιμών» αρχίζει να ξεφουσκώνει.
Ο μικρός πληρώνει ακριβότερα — και η ακαρπία κάνει το κόστος ασήκωτο
Ας πάρουμε δύο παραγωγούς και ας εξετάσουμε πρώτα μία πολύ καλή απόδοση 70 κιλών ανά δέντρο.
Ο πρώτος έχει 1.000 δέντρα και παράγει 70.000 κιλά. Ο δεύτερος έχει 200 δέντρα και παράγει 14.000 κιλά.
Με τη σημερινή διάρθρωση του κόστους, τις ασφαλιστικές επιβαρύνσεις των εργατών και τον ΕΦΚΑ του παραγωγού, το μερικό κόστος υπολογίζεται περίπου στα 52 λεπτά το κιλό για τη μεγάλη εκμετάλλευση και στα 62 λεπτά για τη μικρή.
Τι συμβαίνει, όμως, αν η απόδοση πέσει στο μισό;
Στα 35 κιλά ανά δέντρο, ο παραγωγός των 1.000 δέντρων θα παραδώσει 35.000 κιλά και ο παραγωγός των 200 δέντρων μόλις 7.000 κιλά.
Τα συλλεκτικά θα περιοριστούν, επειδή θα συγκομιστούν λιγότερα τελάρα. Δεν θα συμβεί, όμως, το ίδιο με τη λίπανση, το κλάδεμα, τους ψεκασμούς, την άρδευση, τα χόρτα, τα μηχανήματα, τον ΕΦΚΑ και τις περισσότερες καλλιεργητικές εργασίες. Αυτά έχουν ήδη πληρωθεί για να διατηρηθούν τα δέντρα και να παραχθεί ο καρπός — είτε το δέντρο δώσει 70 κιλά είτε δώσει 35.
Έτσι, στη μεγάλη εκμετάλλευση το μερικό κόστος υπολογίζεται περίπου στα 29.100 ευρώ ή στα 83 λεπτά ανά παραγόμενο κιλό. Στη μικρή εκμετάλλευση διαμορφώνεται περίπου στα 7.250 ευρώ ή στο 1,04 ευρώ ανά κιλό.
Και αυτά παραμένουν μερικά κόστη.
Όταν προστεθούν η προσωπική εργασία του παραγωγού, οι αποσβέσεις μηχανημάτων, οι επισκευές, οι μετακινήσεις, η συντήρηση των υποδομών, η αξία του κεφαλαίου και οι υπόλοιπες πραγματικές δαπάνες, το συνολικό κόστος σε μια χρονιά μισής παραγωγής μπορεί να πλησιάσει:
- το 1,50 έως 1,90 ευρώ το κιλό για την εκμετάλλευση των 1.000 δέντρων,
- το 1,80 έως 2,30 ευρώ το κιλό για την εκμετάλλευση των 200 δέντρων.
Αυτή είναι η οικονομία της ακαρπίας, που συχνά εξαφανίζεται πίσω από μία εντυπωσιακή ονομαστική τιμή παραγωγού.
Αν, για παράδειγμα, η τιμή είναι 1,20 ευρώ το κιλό, ο παραγωγός των 1.000 δέντρων θα έχει ακαθάριστη είσπραξη 42.000 ευρώ. Το πλήρες κόστος του, όμως, μπορεί να βρίσκεται μεταξύ 52.500 και 66.500 ευρώ. Αντίστοιχα, ο μικρός παραγωγός θα εισπράξει 8.400 ευρώ, ενώ το πραγματικό κόστος μπορεί να ξεπερνά τις 12.600 ευρώ και να φτάνει ακόμη και τις 16.100 ευρώ.
Δηλαδή ο παραγωγός μπορεί να πουλήσει ολόκληρη τη σοδειά του και παρ’ όλα αυτά να καταγράψει ζημιά.
Ο μικρός παραγωγός επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο, επειδή οι σταθερές υποχρεώσεις δεν μικραίνουν αναλογικά με το χωράφι του.
Ο ΕΦΚΑ δεν ρωτά πόσα κιλά έδωσε το δέντρο. Η ΔΕΗ δεν μειώνει αναδρομικά το τιμολόγιο επειδή παρουσιάστηκε ακαρπία. Το λίπασμα, το κλάδεμα και οι ψεκασμοί δεν επιστρέφονται επειδή ο καρπός έμεινε μισός.
Γι’ αυτό υψηλότερη τιμή σε μια χρονιά μικρής παραγωγής δεν σημαίνει αναγκαστικά υψηλότερο εισόδημα. Μπορεί απλώς να σημαίνει ότι ο παραγωγός θα καλύψει ένα μεγαλύτερο μέρος της ζημιάς του.
Μην μπερδεύουμε τον τζίρο με το εισόδημα
Ένα δέντρο με 70 κιλά καρπό φαίνεται εντυπωσιακό στο χαρτί.
Στην πράξη, όμως, από την αξία του πρέπει να πληρωθούν:
- η θρέψη και η φυτοπροστασία,
- το κλάδεμα και οι υπόλοιπες καλλιεργητικές εργασίες,
- η άρδευση και τα καύσιμα,
- η συγκομιδή,
- οι ασφαλιστικές εισφορές,
- ο ΕΦΚΑ,
- οι αποσβέσεις και οι ζημιές,
- η εργασία του ίδιου του παραγωγού.
Το ποσό που γράφει το τιμολόγιο δεν είναι καθαρό εισόδημα. Είναι ακαθάριστη είσπραξη από την οποία έχουν ήδη αρχίσει να αφαιρούνται δαπάνες πολύ πριν μαζευτεί ο πρώτος καρπός.
Ο παραγωγός χρηματοδοτεί την καλλιέργεια επί έναν ολόκληρο χρόνο. Αναλαμβάνει τον καιρό, την ακαρπία, το χαλάζι, τις ασθένειες και τις διακυμάνσεις της αγοράς. Στο τέλος, συνήθως μαθαίνει την τιμή του προϊόντος του όταν το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων έχει ήδη γίνει.
Αυτό δεν είναι ισότιμη εμπορική διαπραγμάτευση. Είναι παραγωγή με δεμένα χέρια.
Και τι γίνεται αν η παραγωγή είναι στο 50% με 60% όπως υπολογίζεται φέτος και το δέντρο παρόλο που έχει κοστίσει στον παραγωγό το αντίστοιχο των 70 κιλών, τελικά αποδίδει 35;
Το προϊόν πετυχαίνει — η αξία όμως πού καταλήγει;
Δεν χρειάζεται να δαιμονοποιήσουμε το εμπόριο για να διαπιστώσουμε το προφανές.
Η μεταποίηση και η εξαγωγή είναι απαραίτητες. Χωρίς αυτές η ελιά δεν θα έφτανε στα ράφια του εξωτερικού. Οι επιχειρήσεις προσθέτουν αξία και αναλαμβάνουν πραγματικό επιχειρηματικό κόστος.
Όμως η εντυπωσιακή άνοδος των εξαγωγών δείχνει ότι το τελικό προϊόν έχει αγορά. Έχει ζήτηση. Έχει αξία. Δεν είναι ένα προϊόν που παραμένει απούλητο στις αποθήκες.
Επομένως, η συζήτηση δεν μπορεί να τελειώνει στη φράση «τόσο αντέχει η αγορά».
Ποια αγορά;
Εκείνη που έφτασε τα 872 εκατομμύρια ευρώ εξαγωγών; Εκείνη που αύξησε την αξία της κατά 115% μέσα σε μία δεκαετία; Εκείνη στην οποία η ελληνική ελιά πωλείται ως προϊόν ποιότητας και ταυτότητας;
Αν το προϊόν φεύγει όλο και περισσότερο και ακριβότερα, αλλά ο παραγωγός αδυνατεί να εξασφαλίσει ένα σταθερό περιθώριο αξιοπρεπούς εισοδήματος, τότε το πρόβλημα βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο μοιράζεται η προστιθέμενη αξία.
Και γι’ αυτό απαιτείται διαφάνεια: πραγματικές τιμές εξαγωγής ανά κατηγορία, κόστος μεταποίησης, εμπορικά περιθώρια και σαφής σύνδεση της τιμής παραγωγού με την πορεία της διεθνούς αγοράς.
Τι πρέπει να κάνουν εμπόριο και Πολιτεία αν θέλουν να υπάρχει η Ελιά Χαλκιδικής στα επόμενα χρόνια
Η λύση δεν βρίσκεται σε έναν πόλεμο μεταξύ παραγωγών και εμπόρων. Βρίσκεται σε μια νέα, καθαρή συμφωνία που θα εξασφαλίζει ότι όλοι οι κρίκοι της αλυσίδας μπορούν να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν. Οι έμποροι και οι μεταποιητές οφείλουν να ανακοινώνουν εγκαίρως τιμές και ποιοτικές προδιαγραφές, να εφαρμόζουν διαφανή διαλογή, να εξοφλούν σε συγκεκριμένο χρόνο και να συνδέουν δικαιότερα την τιμή παραγωγού με την πραγματική πορεία των εξαγωγών. Μπορούν επίσης να προχωρήσουν σε πολυετείς συμφωνίες με ελάχιστη εγγυημένη τιμή, η οποία θα καλύπτει το τεκμηριωμένο κόστος παραγωγής και θα συμπληρώνεται από πρόσθετη αμοιβή όταν η διεθνής αγορά κινείται ανοδικά. Δεν γίνεται ο παραγωγός να χρηματοδοτεί όλη τη χρονιά την καλλιέργεια και, όταν έρθει η συγκομιδή, να παραδίδει χωρίς να γνωρίζει ούτε την τελική τιμή ούτε τον χρόνο πληρωμής του.
Από την πλευρά της, η Πολιτεία πρέπει να σταματήσει να περιορίζεται σε αποζημιώσεις μετά την καταστροφή. Χρειάζεται μόνιμο αγροτικό τιμολόγιο ρεύματος για την άρδευση, πετρέλαιο με μειωμένο ειδικό φόρο απευθείας στην αντλία, χαμηλότερο ΦΠΑ σε λιπάσματα και φυτοπροστατευτικά, απλό και οικονομικό εργόσημο για τους εργάτες γης και χρηματοδότηση της καλλιεργητικής περιόδου με χαμηλό επιτόκιο. Παράλληλα, απαιτείται ένας σύγχρονος ΕΛΓΑ που θα καλύπτει όχι μόνο το χαλάζι και την άμεση ζημιά, αλλά και την ακαρπία και την πραγματική απώλεια εισοδήματος. Τέλος, χρειάζεται επίσημο παρατηρητήριο για την ελιά Χαλκιδικής, στο οποίο θα δημοσιεύονται η παραγωγή, τα αποθέματα, οι τιμές παραγωγού και η μέση εξαγωγική αξία ανά κατηγορία προϊόντος.
Οι εξαγωγείς χρειάζονται βιώσιμους παραγωγούς και οι παραγωγοί χρειάζονται ισχυρές, εξωστρεφείς επιχειρήσεις. Κανένας δεν κερδίζει μακροπρόθεσμα αν ο πρώτος κρίκος της αλυσίδας αναγκάζεται να εγκαταλείψει την καλλιέργεια. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να μεταφερθεί ολόκληρο το κέρδος από τη μία πλευρά στην άλλη. Είναι να υπάρχει διαφάνεια, προβλεψιμότητα και δίκαιη κατανομή της αξίας που δημιουργεί ένα προϊόν με τόσο μεγάλη διεθνή επιτυχία.
Ο «νοικοκύρης» δεν ζητά χάρη
Ο σοβαρός παραγωγός δεν αφήνει το χωράφι στην τύχη του.
Λιπαίνει σωστά. Κλαδεύει. Ποτίζει. Προστατεύει τον καρπό. Πληρώνει εργάτες και εισφορές. Αντικαθιστά μηχανήματα. Κρατά καθαρή και παραγωγική την εκμετάλλευσή του. Ξενυχτάει για το πότισμα και το ράντισμα και κοιμάται με το μυαλό του στον καιρό και το βιος του που μέχρι να φτάσει να πληρωθεί, απέχει ένα σύννεφο από την καταστροφή
Με λίγα λόγια, επενδύει και οικονομικά και σωματικά.
Και όταν έρχεται η ώρα της πληρωμής, συχνά αντιμετωπίζεται σαν να παρέδωσε έναν καρπό που φύτρωσε μόνος του.
Ο νοικοκύρης παραγωγός δεν ζητά να πληρωθεί επειδή κουράστηκε. Ζητά να πληρωθεί επειδή παράγει ένα διεθνώς εμπορεύσιμο προϊόν μεγάλης αξίας και επειδή χωρίς τη δική του δουλειά δεν υπάρχει ούτε μεταποίηση, ούτε συσκευασία, ούτε εξαγωγή.
Ζητά μία τιμή που να καλύπτει το πραγματικό κόστος, να αμείβει την εργασία, να αφήνει κεφάλαιο για την επόμενη χρονιά και να επιτρέπει στην οικογένειά του να ζήσει.
Αυτό δεν είναι υπερβολική απαίτηση.
Είναι η ελάχιστη προϋπόθεση για να υπάρχει παραγωγή και αύριο.
Το πραγματικό καμπανάκι
Το καμπανάκι για την ανταγωνιστικότητα της ελιάς Χαλκιδικής δεν πρέπει να χτυπήσει επειδή ο παραγωγός ζητά καλύτερη τιμή.
Πρέπει να χτυπήσει επειδή το κόστος έχει περίπου διπλασιαστεί, οι κλιματικοί κίνδυνοι μεγαλώνουν, οι εργάτες λιγοστεύουν και ένα διεθνώς επιτυχημένο προϊόν κινδυνεύει να χάσει τον άνθρωπο που το παράγει.
Γιατί η ανταγωνιστικότητα που στηρίζεται στη συμπίεση της τιμής παραγωγού δεν είναι πραγματική ανταγωνιστικότητα.
Είναι κατανάλωση του παραγωγικού κεφαλαίου.
Για λίγα χρόνια οι αριθμοί μπορεί να συνεχίσουν να φαίνονται θαυμάσιοι. Τα φορτηγά θα αναχωρούν, τα εμπορεύματα θα περνούν τα σύνορα και τα δελτία Τύπου θα ανακοινώνουν το επόμενο ρεκόρ.
Μόνο που κάποια στιγμή θα λείπει ο παραγωγός.
Και τότε θα ανακαλύψουμε ότι οι ελιές δεν παράγονται στους πίνακες των εξαγωγών.
Παράγονται στο χωράφι και κυρίως, δεν παράγονται μόνες τους… Χρειάζονται τον Νίκο, τον Γιώργο, την Μαρία, τη Δέσποινα και κάθε έναν που δίνει τον καθημερινό αγώνα στο χωράφι.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου