Γράφει ο Γιώργος Ι. Ζωγραφάκης, συντ. δάσκαλος
Η Μαρία Ευθυμίου, μετά τις «χαράδρες της ελληνικής ιστορίας των τελευταίων 200 χρόνων» που επιλέξαμε στο προηγούμενο απόσπασμα, και απαντώντας στην ερώτηση: «Εκείνους τους καιρούς, που ήταν πραγματικά ταραγμένοι, τι συνέβαινε από πλευράς προόδου και ανάπτυξης στη χώρα;», απαντά:
«Την ίδια εποχή, στο δεύτερο μισό του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, αρχίζει στην Ελλάδα η ροή των μεγάλων αναπτυξιακών έργων, που θα συνεχιστούν, σε διάφορα στάδια, μέχρι τις ημέρες μας, με απτά και ουσιαστικά αποτελέσματα, παρ’ όλα τα....
εσωτερικά προβλήματα, τους διχασμούς, τους πολέμους και τις συναφείς καταστροφές. Αποκόπτεται ο ισθμός και δημιουργείται η διώρυγα της Κορίνθου. Στήνεται αξιόλογο σιδηροδρομικό δίκτυο. Εξελίσσεται το οδικό δίκτυο. Βελτιώνεται η ασφάλεια στην ύπαιθρο και επιτυγχάνεται σε μεγάλο βαθμό η πάταξη της ληστείας. Δημιουργούνται αποξηράνσεις ελών και λιμνών για την απόδοση εδαφών στη γεωργία αλλά και για την αντιμετώπιση της ελονοσίας. Δημιουργούνται γέφυρες, λιμενοβραχίονες, λιμενικές εγκαταστάσεις, ναυπηγεία και ταρσανάδες, συστήματα ύδρευσης, συστήματα αποχέτευσης. Αργότερα, στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, υδροηλεκτρικά έργα, αρδευτικά φράγματα, αεροδρόμια, ηλεκτρικά δίκτυα, νοσοκομεία, βιολογικοί καθαρισμοί λυμάτων συνέβαλαν στον εκσυγχρονισμό της οικονομίας, αλλά και στην θεαματική βελτίωση της δημόσιας υγιεινής και του επιπέδου ζωής των Ελλήνων. Ταυτόχρονα επεκτείνεται το δίκτυο των σχολείων και βελτιώνεται το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας. Εμπλουτίζεται η καλλιτεχνική ζωή και ανεγείρονται χώροι πολιτισμού, θέατρα, ωδεία, και αίθουσες συναυλιών. Προάγεται ο αθλητισμός και αυξάνεται ο αριθμός των γηπέδων και των χώρων άθλησης, με την Ελλάδα να φιλοξενεί επιτυχώς , στην Αθήνα, το 1896, τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες της νέας εποχής.Η πληθώρα των δημοσίων έργων, που αυξήθηκαν με εντυπωσιακό ρυθμό μετά τον Β’ Παγκ. Πόλεμο και, ιδίως, κατά την τελευταία 40ετία και την είσοδό μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση – πρέπει να συγκαταλεγεί στις νίκες της Ελλάδας στα διακόσια χρόνια της ύπαρξής της. Ιδιαίτερα, μάλιστα, αν συνυπολογιστεί το δύσκολο ανάγλυφο του εδάφους, η γεωμορφολογική πολυπλοκότητα και η σεισμογένεια της χώρας – άρα και η εκτίναξη και των τεχνικών δυσκολιών τέτοιου τύπου έργων. Τούτο προσθέτει αξία σε έργα σαν την εντυπωσιακή Εγνατία Οδό, την Ιονία Οδό, τη γέφυρα Ρίου – Αντιρρίου και τόσα άλλα που μίκρυναν τις αποστάσεις, όχι μόνον ανάμεσα στους ελληνικούς τόπους, αλλά και ανάμεσα στην Ελλάδα και τις άλλες χώρες της Ευρώπης. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Τονίζω τα παραπάνω, γιατί θεωρώ άδικο το ότι, ως λαός -και εγώ μαζί -, έχουμε συχνά την τάση να μεμψιμοιρούμε και να είμαστε συνολικά απορριπτικοί απέναντι σε μας και την κοινωνία μας, τονίζοντας μόνο τα αρνητικά και υποτιμώντας τα όσα θετικά έχουν επιτευχθεί στα διακόσια χρόνια της νεότερης ζωής μας. Τάση σταθερή που περιγράφεται σε βυζαντινό ποίημα του 14ου ήδη αιώνα (!), στο οποίο τονίζεται με απελπισία: «Ποτέ ομόνοιαν οι Ρωμιοί, ποτέ μοναφεντίαν / ποτέ καλών ανάκλησιν ουκ ημπορούν να ιδούσιν…».
Πάντως, και μόνον εάν δει κανείς το σημείο από το οποίο ξεκινήσαμε και το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα, θα πάρει την απάντηση. Που θα είναι αποστομωτική. Η Ελλάδα, στα διακόσια αυτά χρόνια, έκανε τεράστια βήματα προς τα εμπρός. Και αυτό δεν έγινε αυτομάτως, παρά μετά από προσπάθειες ανθρώπων που πίστεψαν, προσπάθησαν, μόχθησαν, επέτυχαν, απέτυχαν, επέμειναν. Υπογραμμίζοντας μόνο τα κακά της κοινωνίας μας και διαγράφοντας τα καλά αδικούμε τους προγόνους μας – στο τέλος τέλος, τους ίδιους μας τους εαυτούς – για τα όσα αυτοί έπραξαν και οραματίστηκαν, για τα όσα εμείς πράξαμε και οραματιστήκαμε.
Εκείνο, ίσως, που θα ήταν το ακριβέστερο να πούμε είναι ότι η Ελλάδα, ως ανεξάρτητο κράτος, τα τελευταία διακόσια χρόνια πέτυχε πολλά - λιγότερα όμως από αυτά που θα μπορούσε να είχε πετύχει, εάν είχε δράσει σωφρονέστερα και συστηματικότερα, εάν είχε αποφύγει συνολικές και ατομικές νοοτροπίες και συμπεριφορές που την έβλαψαν και την βλάπτουν σοβαρά μέσα στον χρόνο. Και θα ήταν σημαντικό να προσθέσουμε στις προσθαφαιρέσεις μας αυτές, για μια αίσθηση του μεγέθους των πραγμάτων, πως η Ελλάδα δεν ήταν μόνον το πιο πρωτοπόρο και επιτυχημένο εθνικό κράτος της Βαλκανικής και της ανατολικής Μεσογείου κατά τον 19ο αιώνα, αλλά κράτησε τη θέση αυτή – και σε πολλά πεδία την κρατά ακόμα – για μεγάλο διάστημα, ως προς πολλούς δείκτες της πολιτικής, οικονομικής, διπλωματικής, πνευματικής και πολιτιστικής της πραγματικότητας. Αξίζει στο σημείο αυτό να λεχθεί, παραδείγματος χάριν, πως παρ’ όλη την οικονομική κρίση που τη μαστίζει από το 2010, σύμφωνα με τις μετρήσεις του ΟΗΕ σε σχέση με το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν των 193 χωρών της γης για το έτος 2016, με το Μονακό στην πρώτη θέση, η Ελλάδα βρισκόταν στην 43η θέση, η Τουρκία στην 61η θέση, η Ρωσία στην 70ή, η Κίνα στην 74η θέση.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου