Του Αγίου Βασιλείου αύριο-πρωτοχρονιά-και όλα πρέπει να τα βασιλέψουμε κατά το έθιμο και την σαρακατσάνικη τάξη- μονολογούσε ο νοικοκύρης του σπιτιού - δηλαδή του καλυβιού. Για τους Σαρακατσαναίους σπίτι ήταν το καλύβι.
Σουρούπωσε στο μαντρί ο νοικοκύρης κανακεύβοντας τα αρνάκια τα νεογέννητα. Τις μέρες εκείνες είχαν γεννήσει καμιά εκατοστή προβατίνες και τα προβλήματα πολλά.
Τα νεογέννητα αρνάκια είναι σαν τα μωρά παιδιά’ θέλουν τις φροντίδες τους και ειδικότερα να πιάσουν το βυζί της μάνας, διαφορετικά... είναι αμφίβολο αν θα επιζήσουν.
Από γεννησιμιού τους τα αρνάκια προσπαθούν να σταθούν στα τέσσερα πόδια τους - στραπακλά, στραπακλά – και να βυζάξουν το άφθονο γάλα της μάνας, το πρωτόγαλα ή κουλιάστρα για τους Σαρακατσαναίους. Και εκεί χρειάζεται
ο καλός τσομπάνος.
Αν και η συντριπτική πλειοψηφία των προβατίνων προσπαθούν μόνες τους δίνοντας το βυζί κοντά στο στόμα τους, απαιτείται πρωτίστως το αρνάκι να σταθεί στα πόδια του, αλλά και πάλι αν δεν μπορέσει να πιάσει ρόγα, δεν μπορεί να βυζάξει. Και εκεί χρειάζεται ο καλός ποιμένας που λέγει μια Ευαγγελική ρήση.
- Με επιδέξιες κινήσεις ανοίγει το στόμα του αρνιού και αρμέγει λίγες σταγόνες γάλα και στη συνέχεια βάζει τη θηλή στο στόμα του. Αυτό ήταν το αρνάκι γλυκαίνεται και αρχίζει να βυζαίνει λαίμαργα κουνώντας συγχρόνως την ουρά του - προφανώς για ευχαρίστηση της μάνας του. Και η μάνα - προβατίνα να μην το αφήνει από τα μάτια της, κάτι που γνωρίζουν καλά οι τσοπαναραίοι και χωρίζουν τις νεογέννητες σε κάποια απόσταση για να μπορεί να βυζαίνει το αρνί της και συγχρόνως να μπορεί να βοσκήσει και αυτή για να κατεβάσει γάλα.
Και μέχρις εδώ όλα καλά και ωραία. Έλα, όμως, που μερικές προβατίνες αρνούνται τη μητρότητα και παρατούν τα αρνιά τους και ούτε τα άφηναν να βυζάξουν. Τα κουτουλούσαν με το κεφάλι τους. Και εδώ χρειάζονταν η επέμβαση του καλού τσομπάνου.
Στις περιπτώσεις αυτές χωρίζονταν η προβατίνα από το υπόλοιπο κοπάδι σε ένα μικρό διαμέρισμα ένα επί ένα και στο στενό αυτό χώρο έμπαινε και ο τσομπάνος με την προβατίνα και το νεογέννητο. Εκεί όταν η προβατίνα έδιωχνε το αρνάκι της από το βυζί της, επενέβαινε με μια καρπαζιά στο κεφάλι της και συγχρόνως να κρατάει το κεφαλάκι του αρνιού στο βυζί της.
Η δουλειά αυτή επαναλαμβάνονταν πολλές φορές και ανάγκαζε την προβατίνα να δεχθεί το αρνί της. Η μάντρα στην οποία στεγάζονταν οι νεογέννητες προβατίνες χωρίζονταν σε διαμερίσματα μικρά και μεγάλα ώστε αλλού να βάζουν της ημέρας, αλλού τα μεγαλύτερα κλπ μέχρις ότου στεγάζονταν όλα μαζί. Μάλιστα από την ώρα που έμπαιναν στη μάντρα χωρίζονταν στις άκρες οι νεογέννητες, ποιο πέρα των δύο ημερών, ώστε να μην κινδυνεύουν να καταπατηθούν τα αρνάκια από τις «απρόσεκτες» προβατίνες.
Κάπως έτσι ο νοικοκύρης με το γκαζοκάντηλο στο χέρι ξεχάστηκε στο μαντρί του και έφθασε στο καλύβι του νύχτα.
- Εκεί τον περίμενε η γυναίκα του με τα τέσσερα παιδιά ανήσυχα: Άντε, χριστιανέ μου, του λέγει η γυναίκα του, απόψε βρήκες να αργήσεις, παραμονή πρωτοχρονιάς !
- Έλα πάρε τα παιδιά και καθήστε μέσα- έχω φωτιά αναμμένη και θα ΄ρθω σε λίγο να τα λούσω.
- Τέσσερα παιδιά είχαν, δύο και δύο. Τα μεγαλύτερα κορίτσια με πρώτο ένα οχτάχρονο κοριτσάκι.
Ελάτε, μανάρια μου, πάμε μέσα να αφήσουμε τη μάνα σας να ψήσει τη βασιλόπιττα ι
Η Βασιλόπιττα
ΚΑΛΗ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΧΡΟΝΙΆ.
Σουρούπωσε στο μαντρί ο νοικοκύρης κανακεύβοντας τα αρνάκια τα νεογέννητα. Τις μέρες εκείνες είχαν γεννήσει καμιά εκατοστή προβατίνες και τα προβλήματα πολλά.
Τα νεογέννητα αρνάκια είναι σαν τα μωρά παιδιά’ θέλουν τις φροντίδες τους και ειδικότερα να πιάσουν το βυζί της μάνας, διαφορετικά... είναι αμφίβολο αν θα επιζήσουν.
Από γεννησιμιού τους τα αρνάκια προσπαθούν να σταθούν στα τέσσερα πόδια τους - στραπακλά, στραπακλά – και να βυζάξουν το άφθονο γάλα της μάνας, το πρωτόγαλα ή κουλιάστρα για τους Σαρακατσαναίους. Και εκεί χρειάζεται
ο καλός τσομπάνος.
Αν και η συντριπτική πλειοψηφία των προβατίνων προσπαθούν μόνες τους δίνοντας το βυζί κοντά στο στόμα τους, απαιτείται πρωτίστως το αρνάκι να σταθεί στα πόδια του, αλλά και πάλι αν δεν μπορέσει να πιάσει ρόγα, δεν μπορεί να βυζάξει. Και εκεί χρειάζεται ο καλός ποιμένας που λέγει μια Ευαγγελική ρήση.
- Με επιδέξιες κινήσεις ανοίγει το στόμα του αρνιού και αρμέγει λίγες σταγόνες γάλα και στη συνέχεια βάζει τη θηλή στο στόμα του. Αυτό ήταν το αρνάκι γλυκαίνεται και αρχίζει να βυζαίνει λαίμαργα κουνώντας συγχρόνως την ουρά του - προφανώς για ευχαρίστηση της μάνας του. Και η μάνα - προβατίνα να μην το αφήνει από τα μάτια της, κάτι που γνωρίζουν καλά οι τσοπαναραίοι και χωρίζουν τις νεογέννητες σε κάποια απόσταση για να μπορεί να βυζαίνει το αρνί της και συγχρόνως να μπορεί να βοσκήσει και αυτή για να κατεβάσει γάλα.
Και μέχρις εδώ όλα καλά και ωραία. Έλα, όμως, που μερικές προβατίνες αρνούνται τη μητρότητα και παρατούν τα αρνιά τους και ούτε τα άφηναν να βυζάξουν. Τα κουτουλούσαν με το κεφάλι τους. Και εδώ χρειάζονταν η επέμβαση του καλού τσομπάνου.
Στις περιπτώσεις αυτές χωρίζονταν η προβατίνα από το υπόλοιπο κοπάδι σε ένα μικρό διαμέρισμα ένα επί ένα και στο στενό αυτό χώρο έμπαινε και ο τσομπάνος με την προβατίνα και το νεογέννητο. Εκεί όταν η προβατίνα έδιωχνε το αρνάκι της από το βυζί της, επενέβαινε με μια καρπαζιά στο κεφάλι της και συγχρόνως να κρατάει το κεφαλάκι του αρνιού στο βυζί της.
Η δουλειά αυτή επαναλαμβάνονταν πολλές φορές και ανάγκαζε την προβατίνα να δεχθεί το αρνί της. Η μάντρα στην οποία στεγάζονταν οι νεογέννητες προβατίνες χωρίζονταν σε διαμερίσματα μικρά και μεγάλα ώστε αλλού να βάζουν της ημέρας, αλλού τα μεγαλύτερα κλπ μέχρις ότου στεγάζονταν όλα μαζί. Μάλιστα από την ώρα που έμπαιναν στη μάντρα χωρίζονταν στις άκρες οι νεογέννητες, ποιο πέρα των δύο ημερών, ώστε να μην κινδυνεύουν να καταπατηθούν τα αρνάκια από τις «απρόσεκτες» προβατίνες.
Κάπως έτσι ο νοικοκύρης με το γκαζοκάντηλο στο χέρι ξεχάστηκε στο μαντρί του και έφθασε στο καλύβι του νύχτα.
- Εκεί τον περίμενε η γυναίκα του με τα τέσσερα παιδιά ανήσυχα: Άντε, χριστιανέ μου, του λέγει η γυναίκα του, απόψε βρήκες να αργήσεις, παραμονή πρωτοχρονιάς !
- Έλα πάρε τα παιδιά και καθήστε μέσα- έχω φωτιά αναμμένη και θα ΄ρθω σε λίγο να τα λούσω.
- Τέσσερα παιδιά είχαν, δύο και δύο. Τα μεγαλύτερα κορίτσια με πρώτο ένα οχτάχρονο κοριτσάκι.
Ελάτε, μανάρια μου, πάμε μέσα να αφήσουμε τη μάνα σας να ψήσει τη βασιλόπιττα ι
Η Βασιλόπιττα
Ήταν πραγματική βασιλόπιτα, καμία σχέση έχουσα με τις σημερινές, που μόνο πίτες δεν είναι’ κάπως διαφορετικά πρέπει να τις λένε.
Τότε η πίτα της πρωτοχρονιάς είχε πάνω από είκοσι φύλλα ανοιγμένα από τα χέρια της νοικοκυράς. Το αλεύρι απαραιτήτως ήταν από μαλακό σιτάρι - καλά κοσκινισμένο με σίτα από μαγνάδι, που άφηνε να περάσουν οι πολύ λεπτοί
κόκκοι αλευριού. Τυρί παλιό κατά προτίμηση από το τουλούμι. Και βούτυρο φρέσκο.
Μέσα στην πίττα τοποθετούσαν μια τρύπια δεκάρα, δύο φυλλαράκια από χορτάρια, μια κορυφή από πουρνάρι και ότι άλλο έκρινε η νοικοκυρά. Η πίτα ψηνότανε αποβραδίς στο γάστρο με ξηρά ξύλα που δεν βγάζουν καπνό και αποκλείετε να μυρίσει.
Ψήθηκε η πίττα, την πήγε μέσα στο καλύβι και τη σιγούρεψε σε μια άκρη με αυστηρή εντολή να μην τη πειράξει κανείς Θα κόβονταν κατά την επιστροφή από την Εκκλησία και θα έπαιρνε ο καθένας και η κάθε μια το κομμάτι της. Έλα όμως που ο μικρός, ένα δίχρονο αγοράκι, έφθασε στραβά στραβά στο ταψί και άρχισε να τσιμπάει τα τραγανά φυλλαράκια τον
παίρνει χαμπάρι η μάνα του και τον ανακαλεί στην τάξη. Έλα, μωρέ γυναίκα, τι θα φάει ο μικρούλης !
- Να αυτά κάνεις και τα χαλάς τα παιδιά!
- Ω, αυτό πειράζει τώρα.
Λούζει τα παιδιά με τη σειρά και απευθύνεται στον άντρα της: Άντε αφεντικό να λουστείς και συ. Αλλά πάλι αυτή την πουρνάρα που έχεις στο κεφάλι σου πρέπει να τη συμμαζέψουμε.
Παίρνει η νοικοκυρά το ψαλίδι και κουρεύει το αφεντικό και του ρίχνει και νερό με το τσουκάλι στην αυλή να πλυθεί.
Τώρα γυναίκα η σειρά σου. Φέρε την κουπάνα μέσα και σου ρίξω εγώ νερό να πλυθείς. Όχι εδώ, νοικοκύρη μου, πάμε στο φριτζάτο, να μην ξυπνήσουμε και τα παιδιά, τα οποία εν τω μεταξύ τα είχε πάρει ο ύπνος δίπλα στη φωτιά.
Ξημέρωσε πρωτοχρονιά του 1932, πήγαν στην Εκκλησία του κοντινότερου χωριού, λειτουργηθήκανε, έφαγαν τη λαχταριστή βασιλόπιττά τους και ξεκίνησαν τη νέα χρονιά περιχαρείς και ευτυχισμένοι.
Τότε η πίτα της πρωτοχρονιάς είχε πάνω από είκοσι φύλλα ανοιγμένα από τα χέρια της νοικοκυράς. Το αλεύρι απαραιτήτως ήταν από μαλακό σιτάρι - καλά κοσκινισμένο με σίτα από μαγνάδι, που άφηνε να περάσουν οι πολύ λεπτοί
κόκκοι αλευριού. Τυρί παλιό κατά προτίμηση από το τουλούμι. Και βούτυρο φρέσκο.
Μέσα στην πίττα τοποθετούσαν μια τρύπια δεκάρα, δύο φυλλαράκια από χορτάρια, μια κορυφή από πουρνάρι και ότι άλλο έκρινε η νοικοκυρά. Η πίτα ψηνότανε αποβραδίς στο γάστρο με ξηρά ξύλα που δεν βγάζουν καπνό και αποκλείετε να μυρίσει.
Ψήθηκε η πίττα, την πήγε μέσα στο καλύβι και τη σιγούρεψε σε μια άκρη με αυστηρή εντολή να μην τη πειράξει κανείς Θα κόβονταν κατά την επιστροφή από την Εκκλησία και θα έπαιρνε ο καθένας και η κάθε μια το κομμάτι της. Έλα όμως που ο μικρός, ένα δίχρονο αγοράκι, έφθασε στραβά στραβά στο ταψί και άρχισε να τσιμπάει τα τραγανά φυλλαράκια τον
παίρνει χαμπάρι η μάνα του και τον ανακαλεί στην τάξη. Έλα, μωρέ γυναίκα, τι θα φάει ο μικρούλης !
- Να αυτά κάνεις και τα χαλάς τα παιδιά!
- Ω, αυτό πειράζει τώρα.
Λούζει τα παιδιά με τη σειρά και απευθύνεται στον άντρα της: Άντε αφεντικό να λουστείς και συ. Αλλά πάλι αυτή την πουρνάρα που έχεις στο κεφάλι σου πρέπει να τη συμμαζέψουμε.
Παίρνει η νοικοκυρά το ψαλίδι και κουρεύει το αφεντικό και του ρίχνει και νερό με το τσουκάλι στην αυλή να πλυθεί.
Τώρα γυναίκα η σειρά σου. Φέρε την κουπάνα μέσα και σου ρίξω εγώ νερό να πλυθείς. Όχι εδώ, νοικοκύρη μου, πάμε στο φριτζάτο, να μην ξυπνήσουμε και τα παιδιά, τα οποία εν τω μεταξύ τα είχε πάρει ο ύπνος δίπλα στη φωτιά.
Ξημέρωσε πρωτοχρονιά του 1932, πήγαν στην Εκκλησία του κοντινότερου χωριού, λειτουργηθήκανε, έφαγαν τη λαχταριστή βασιλόπιττά τους και ξεκίνησαν τη νέα χρονιά περιχαρείς και ευτυχισμένοι.
ΚΑΛΗ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΧΡΟΝΙΆ.
Πολύγυρος, 31-12-2022.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου