"ΟΥΔΕΙΣ ΠΛΕΟΝ ΑΧΑΡΙΣΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΗΘΕΝΤΟΣ "

powered by Agones.gr - livescore

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2022

Ανήφορος: Το, ως τώρα ανέκδοτο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη

Γράφει ο Γιώργος Ζωγραφάκης

Ξαφνιάστηκα, όπως όλος ο κόσμος υποθέτω, μαθαίνοντας ότι εκδόθηκε, ως τώρα ανέκδοτο, μυθιστόρημα του μεγάλου Έλληνα συγγραφέα Ν. Καζαντζάκη. Είναι δυνατόν, σκέφτηκα, εξήντα πέντε χρόνια από τον θάνατό του, να εκδίδεται, για πρώτη φορά, έργο του; Και όμως ήταν: Από τις εκδόσεις...

«διόπτρα» εκδόθηκε μόλις ο ΑΝΗΦΟΡΟΣ !

Αν ρωτούσες από πριν, σε ποιόν συγγραφέα θα ταίριαζε ένα βιβλίο μ’ αυτόν τον τίτλο, ακόμα και οι ελάχιστα μυημένοι θα απαντούσαν: στον Ν. Καζαντζάκη!

Ο πνευματικός αγώνας, να παλεύει ο άνθρωπος, να αγωνίζεται ολοζωής, ώστε να μετατρέψει την ύλη σε πνεύμα, είναι το βασικό στοιχείο της καζαντζακικής κοσμοθεωρίας. Στα περισσότερα βιβλία του συναντά κανείς αυτή την ιδέα, αυτό το ζήτημα. Και αυτός ο αγώνας, σχηματικά και ουσιαστικά, δε μπορεί παρά να είναι ανηφορικός. Έτσι και σ’ αυτό το βιβλίο, τόσο στον τίτλο όσο και στο περιεχόμενο, αυτό το πνεύμα, αυτός ο αγώνας, κυριαρχούν. Και ο συγγραφέας, με το όνομα Κοσμάς εδώ, αγωνιά, υποφέρει, ζώντας, ίσως μόνο αυτός, αυτή την αναζήτηση.

Ο Ανήφορος γράφηκε το 1946, πάνω στις στάχτες και τις κοσμογονικές αλλαγές του Β΄ Παγκ. Πολέμου. Γράφηκε στην Αγγλία, στα αγγλικά, όταν το Βρετανικό Συμβούλιο τον κάλεσε για λίγους μήνες στη ρημαγμένη νικήτρια του πολέμου. Έκανε μάλιστα εκεί μια σειρά διαλέξεων και συνεντεύξεων στο BBC. Το χειρόγραφο του βιβλίου το έστειλε, χέρι χέρι, στην Ελλάδα για να εκδοθεί, όμως παρέμεινε στα συρτάρια και μικρό μέρος του απορροφήθηκε από τον Καπετάν Μιχάλη, που ακολούθησε – γι αυτό και διαβάζοντάς το, ειδικά στις αρχές, νιώθει ο αναγνώστης πως «αυτό το διάβασα κι αλλού», όχι όμως ακριβώς έτσι.

Ένα χαρακτηριστικό του Καζαντζάκη, και σ’ αυτό το βιβλίο, είναι οι επιστολές, τα γράμματα που περιλαμβάνει. Είναι άλλωστε ο βασικός τρόπος με τον οποίο επικοινωνούσε. Είναι ευτύχημα ότι στην εποχή του δεν υπήρχαν τηλέφωνα και άλλα ηλεκτρονικά μέσα, αλλιώς δεν θα είχαμε τα χιλιάδες γράμματά του σε πλήθος παραλήπτες, που είναι μια άλλη διάσταση του ογκώδους πνευματικού του έργου.

Στο έργο, ο Κοσμάς, ένας Έλληνας διανοούμενος, πιλότος της ΡΑΦ στη Μ. Ανατολή, αμέσως μετά τον πόλεμο, πηγαίνει στην Αγγλία, για να συναντήσει την εκεί πνευματική ελίτ και μαζί τους, μαζί με όλους τους πνευματικούς ανθρώπους του κόσμου, να οργανώσουν μια «Πνευματική Διεθνή», ώστε να οδηγήσουν τον άνθρωπο της εποχής, που οδηγείται στην πνευματική, ηθική και πολιτιστική καταστροφή, στη σωτηρία. Απογοητεύεται στην Αγγλία, απογοητεύεται από τις εξελίξεις και τα γεγονότα, ο κόσμος αδιαφορεί και αποστρέφεται τον ανήφορο, τον πνευματικόν αγώνα.

Ξεχωριστή και πολυσέλιδη αναφορά κάνει στο βιβλίο του ο Ν.Κ. στα τεράστια πνεύματα της Αγγλίας και της παγκόσμιας διανόησης Ουίλιαμς Σαίξπηρ και Μπέρναρντ Σω που θα μπορούσε να είναι, από μόνη της, μια ενδιαφέρουσα ολοκληρωμένη πραγματεία γι΄ αυτούς.

Αντί για οποιοδήποτε άλλο απόσπασμα από τον Ανήφορο, εκμεταλλεύομαι την ανοχή των αναγνωστών και παραθέτω την περιγραφή του παιξίματος της κρητικής λύρας, που παίζει ο δάσκαλος στον ετοιμοθάνατο γέρο Σήφακα, λίγο πριν πεθάνει:

« …Ο δάσκαλος πήρε το δοξάρι, έσκυψε, ακούμπησε τη λύρα στο στήθος του, κουλουριάστηκε απάνω της, έγινε ένα μαζί της, άρχισε να παίζει. Στην αρχή χόρευε το δοξάρι, πηδούσε απάνω στις τρεις κόρδες, ντιντίνιζαν τα γερακοκούδουνα, γέμισε η αυλή του γέρο Σήφακα γέλια και χάχαρα, σα να ξαμολήθηκαν παιδιά σε μιαν αυλή σκολειού κι ήταν διάλειμμα και κυνηγιούνταν κι έπαιζαν. Πουλιά θαρρείς και ξύπνησαν σε μια φουντωτή λεύκα, ξημέρωσε, τα χτύπησε ο ήλιος κι άρχισαν, πηδώντας από κλαρί σε κλαρί, το κελάδι. Πηδούσε, γελούσε, χόρευε το δοξάρι κι οι γέροι καπετάνιοι ξεχάστηκαν, αλάφρωσαν, έγιναν οι καρδιές τους παιδιά, πουλιά, νερά και τρέχαν. Ζύγωσαν οι γιοι και τ’ αγγόνια κι οι γυναίκες, ξεπρόβαλαν κι οι παραγιοί κι οι παραδουλεύτρες, κάθισαν κατάχαμα, γύρα από τους καπετάνιους, άπλωσαν το λαιμό κι αφουκράζουνταν.

Ο γέρο παππούς ένιωθε το χοντροκόκαλο κορμί του να χάνει το βάρος, να σηκώνεται αγάλια αγάλια, να μετεωρίζεται απάνω από τις λεμονιές, ανάσκελα, ανάλαφρα, σα σύννεφο. Τέτοια αλαφράδα και χαρά δε θυμάται να νιωσε παρά μονάχα στ’ όνειρό του. Στ’ όνειρό του, και μιαν άλλη φορά – είχε γυρίσει από τον πόλεμο, Κυριακή μέρα, και λούστηκε, καθαρίστηκε από τα αίματα, άλλαξε κι έβαλε καθαρά δροσερά ρούχα και πήγε στην εκκλησιά και μετάλαβε. Όμοια ένιωσε και τότε ανάλαφρο, ανάερο το κορμί του κι όταν γύριζε σπίτι του περπατούσε και δεν πατούσε τη γης.

Μα σιγά σιγά άλλαζε η φωνή της λύρας. Αγρίευε, θύμωνε, τα κουδούνια του δοξαριού βαρούσαν αληθινά σα γερακοκούδουνα, περασμένα από το λαιμό ενός γυμνασμένου γερακιού, που χύνουνταν στον αγέρα και κυνηγούσε. Έτρεχε το δοξάρι δεξά, ζερβά, οι κόρδες έβγαναν σπαραχτικιά φωνή ανθρώπου, οι καπετάνιοι τίναξαν τα κεφάλια, θυμήθηκαν τη νιότη τους, τον πόλεμο, τις φωνές των σκοτωμένων, το θρήνο των γυναικών, τ’ αλόγατα που χλιμίντριζαν, όρθια, όλο αίματα, χωρίς καβαλάρη.

- Για δώσε μου τη νιότη μου, για σώπα, δάσκαλε! Έκαμε να φωνάξει ο καπετάν Μάντακας, μα η λύρα είχε κιόλας αλλάξει σκοπό, χαμήλωσε, μέρωσε, έπιασε τις πιο γλυκές νότες, έστησαν οι καπετάνιοι τις μαλλιαρές αυτούκλες κι αφουκράζουνταν.

Σα χορτασμένου μελισσιού θροητό ακούγονταν τώρα, στο μουχρωμένο καλοκαιριάτην αγέρα, σα μουρμούρισμα μακρινού πολύ βαθιού νερού, σαν ερωτικό παράπονο γυναίκας, μακριά, μακριά, πίσω από τα βουνά, στην άκρα της θάλασσας. Για μπας κι ήταν η θάλασσα κι ακουμπούσε τα στήθια της στον άμμο και στέναζε; Για μπας κι ήταν μια φωνή πιο μυστική, πιο μαυλιστική, πέρα από τη ζωή, γλυκιά, θλιμμένη, ερωτεμένη και ξεκολνούσε την ψυχή μας από την σάρκα; Μην ήταν ο ίδιος ο Θεός, κρυμμένος μέσα στο σκοτάδι, και μαύλιζε και καλνούσε και συντραβούσε ξεθηκαρώνοντάς τη απαλά από το χώμα, την αιώνια αγαπημένη του, την ψυχή του ανθρώπου;

Αλλοπαρμένος ο δάσκαλος, κουλουριασμένος απάνω στη λύρα του έπαιζε, το δοξάρι πηγαινόρχουνταν σα να σπάθιζε και καταπλήγωνε το στήθος κι έβγαιναν από τα σπλάχνα οι πιο παθητικές, παραπονιάρικες και γλυκιές φωνές του ανθρώπου. Μέσα στο σκοτάδι ο δάσκαλος είχε πια αφανιστεί, κανένας πια δεν τον έβλεπε, σα νάχε στοιχειώσει η λύρα και στέκουνταν πια μονάχη της, όρθια, κάτω από τη λεμονιά και θρηνούσε. Δε θρηνούσε∙ προσκαλνούσε, παρακαλούσε και μαύλιζε.

Βαθύ, φαρδύ χαμόγελο απλώθηκε στα χείλια του γερο- παππού∙ ολοένα το μετωρισμένο κορμί του απάνω από τις λεμονιές ανέβαινε, ανέβαινε, κρέμουνταν τώρα αραιωμένο, δροσερό το κορμί του παππού απάνω από το σπίτι του, σαν πάχνη. Αραίωνε, γλυκά, απαλά, στο δειλινό αγεράκι, διαλύονταν το σύννεφο, τώρα θα γίνουνταν βροχή ζεστή να πέσει στο χώμα. Τούτη είναι η ευτυχία, έλεγε μέσα του ο γερο-παππούς, τούτος θα ναι ο Παράδεισος, δόξα σοι ο Θεός! Άνοιξε τα μάτια, δεν είδε τίποτα, σκοτάδι, και μέσα από το σκοτάδι μια φωνή που τον καλνούσε σιγά σιγά με τ’ όνομά του: Έλα… έλα… έλα…

-Έρχουμαι, αποκρίθηκε ο παππούς κι έκλεισε πάλι τα μάτια ευτυχισμένος.

(σελ. 94-96) 

Δεν υπάρχουν σχόλια: