Ένα γλυκό αυγουστιάτικο απόβραδο, οι Σαρακατσάνες σε ένα τσελιγκάτο του ανατολικού Βερμίου είχαν αφήσει τα καλύβια τους και παρέες – παρέες ξεχύθηκαν τριγύρω προς τη μεριά του δάσους γνέθοντας και ψιλοτραγουδώντας .
Ο Αύγουστος είναι ζεστός μήνας αλλά το απόβραδο δροσίζει και γλυκαίνει, χώρια που είναι ο μήνας της αφθονίας’ Αύγουστε καλέ μου μήνα να ΄σουν δυο φορές το χρόνου. Όλα τον μήνα αυτόν καρτερούν να καρπίσουν – ευλογία Θεού. Και τι δεν βρίσκεις στη μάνα φύση από καρπούς δέντρων όλων των... ειδών, πεπονοειδή – καρπούζια, πεπόνια, αγγούρια (κιρλιγκίτσια κατά τους Σαρακατσαναίους) κλπ. Ξεχυνόμασταν μικροί στο δάσος και βρίσκαμε όλων των ειδών τα κορόμηλα, αγριοδαμάσκηνα, τρίκορκα, ξούκερα από τις οξιές τα οποία ψητά ανάποδα στο γάστρο ήταν μια καλή λιχουδιά , χαμοκέρασα στα φτεροτόπια και στα υγρά πετροτόπια, νιάουρα- ένα είδος μούρων- μούρα άφθονα και άλλα που μου διαφεύγουν, όλα τα καλά του Θεού. αυτόν τον μήνα διάλεξε ο Ύψιστος να προσφέρει στον άνθρωπο τα αγαθά του.
Τρέχαμε σε μια ρεματιά από δω και από εκεί τρώγοντας χαμοκέρασα και πέσαμε πάνω σε μια δαμασκηνιά, βανίλια την λένε στην αγορά (μεγάλα στρόγγυλα δαμάσκηνα. φάγαμε του σκασμού, γεμίσαμε τσέπες και κόρφια και επιστρέψαμε χαρούμενοι που θα πηγαίναμε και κάτι στους δικούς μας.
Δεν είχαμε πολλά αγαθά τότε αλλά αυτά τα λίγα που έδωνε το περιβάλλον που ζούσαμε τα απολαμβάναμε και τα χαιρόμασταν όσο τίποτα σήμερα την εποχή της αφθονίας και του κορεσμού.
Κουβέντιαζαν οι συννυφάδες, Καλλιόπη και Αρετή, στη ρίζα μιας οξιάς, ένα απόβραδο του Αυγούστου κάπου στο δυτικό Βέρμιο, με τις ρόκες στις μασχάλες και τα χέρια να δουλεύουν ασταμάτητα. Πιο πέρα από τη μεγάλη οξιά φάνταζε το μονοπάτι που οδηγούσε στη βρύση και από όπου περνούσαν οι γυναίκες φορτωμένες τις βαρέλες και τις φτσέλες στα χέρια να πάνε στη βρύση για νερό. Εκείνη την ώρα περνούσε ένα τσούρμο τσιούπρες και ανάμεσά τους ήταν και η Βασούλα, κόρη της Καλλιόπης. Η Βασούλα ήταν μάλλον κοντή, λίγο παχουλή και φεγγαροπρόσωπη με πλούσια μαύρα μαλλιά, ρούντα ( ελαφρώς κατσαρά ), πλεγμένα σε δύο χοντρές κοσάνες που στεφάνωναν την κεφαλή της πριν πέσουν στις πλάτες. Ήταν εντυπωσιακή η Βασούλα και πληρούσε όλα τα κριτήρια περί ομορφιάς, όπως τα αντιλαμβάνονταν και τα προτιμούσαν οι Σαρακατσαναίοι: Βέβαια δεν απέρριπταν σε καμιά περίπτωση τις ψιλές και λυγερές, όλες είχαν τη θέση τους και τις ξεχωριστές χάρες τους. Μπορεί κάποια να μην πληρούσε τα κριτήρια ομορφιάς αλλά είχε την ξεχωριστή χάρη της, κάτι βέβαια που αποτελεί γενική παραδοχή και σήμερα.
Η μάνα της Βασούλας καμάρωνε για την κόρη της και δεν έχανε ευκαιρία να υμνεί την ομορφιά της και την νοικοκυροσύνη της, χαρακτηριστικό βέβαια όλων των μανάδων, αλλά στην περίπτωση αυτή κάπως σε μεγαλύτερο βαθμό και την αδυναμία της αυτή τη γνώριζε η συννυφάδα της Αρετή.
-Αρετή: πώς τράνεψε η θυγατέρα σου, Καλλιόπη, σωστή γυναίκα έγινε! Να ετοιμάζεσαι για γαμπρό.
-Καλλιόπη: μικρή είναι ακόμη, Αρετή μου, δεν έκλεισε τα δέκα-οκτώ, έχει καιρό.
-Αρετή: ας βρεθεί κανένα καλό παλικάρι και τότε τα λέμε.
-Καλλιόπη: Είναι ένα παιδί από τα κονάκια ποιο πέρα από το μεγάλο ρέμα και έστειλε προξενιό.
-Αρετή: καλά θα κάνετε και μην το χασομεράτε, η τύχη δεν βγαίνει κάθε μέρα. Αυτό μην το ξεχνάτε.
-Καλλιόπη: Καλά λες, Αρετή μου, αλλά να τον γνωρίσουμε πρώτα, να μάθουμε για την οικογένειά του, δεν θα πάρουμε γουρούνι στο σακί. Εσύ τον ξέρεις; Έχεις ακουστά;
-Αρετή: ακουστά έχω, καλά θα κάνετε να το ψάξετε.
- Καλλιόπη: αυτό θα κάνουμε.
Τα παιδιά της παντρειάς την εποχή εκείνη δεν είχαν αποφασιστικό λόγο, μάλιστα σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις – ωστόσο λίγες- πρώτα έκλεινε το προξενιό και μετά το μάθαιναν οι ενδιαφερόμενοι ! Θα μου πείτε σπάνιες περιπτώσεις αλλά υπαρκτές.
Ο παρακάτω διάλογος είναι χαρακτηριστικός και έγινε μεταξύ δύο τσοπαναραίων την ώρα που έβγαζαν τα κοπάδια τους από τα γρέκια τους πρωί – πρωί.:
Θανάσης: Τι έμαθα, Κώστα, λένε ότι σε αρραβώνιασαν με ένα κορίτσι από το τσελιγκάτο που είναι στο Σακλάρι;
Κώστας: Τι λες, μωρέ, κι εγώ δεν το ξέρω ! εσύ πώς το ξέρεις;
Θανάσης: Να, χθες τη νύκτα μου έφερε ψωμί ο αδερφός μου.
Κώστας: Τι άνθρωπος είναι; Σου είπε τίποτα;
Θανάσης: Όχι δεν ήξερε τίποτα άλλο
Δεν πέρασε πολύ ώρα και κατέφθασε στο κοπάδι του Κώστα ο πατέρας του.
-Πατέρας: Βλέποντας τον Κώστα σε αμηχανία και με το κεφάλι σκυμμένο και ματιά χαμένη, κατάλαβε ότι ο γιος του είχε μάθε τα μαντάτα.
Κωσταντή, τα ΄μαθες τα καλά νέα, σε αρραβωνιάσαμε με το κορίτσι του Μανώλη Καπά΄ είναι καλό κορίτσι και ο πατέρας το προικίζει καλά.
Ο Κώστας σιωπούσε με το κεφάλι χαμηλωμένο.
-Πατέρας: μα δεν λες τίποτα, γιατί δεν κρένεις;
-Κώστας: Τι να πω μωρέ, πατέρα, εσείς ξέρετε. Αλήθεια η Μάνα τι λέγει;
- Πατέρας: Η μάνα σου ξεκίνησε το προξενιό μάλιστα γνώρισε και τη νύφη. Αν θες τράβα στο καλύβι να στα πει, θα καθίσω εγώ εδώ.
Και μ΄αυτά – μ΄αυτά ο Κώστας βρέθηκε αρραβωνιασμένος .
Αλλά ας γυρίσουμε στον αρραβώνα της Βασούλας.
Με το που έφθανε το παιδί, αγόρι ή κορίτσι, σε ηλικία γάμου, εκεί γύρω στα είκοσι και πάνω, οι γονείς επιβάλλονταν να αναλάβουν πρωτοβουλία για εξεύρεση συντρόφου. Μάλιστα για να είναι ενημερωμένοι δεν άφηναν γάμο για γάμο και πανηγύρι για πανηγύρι. Όπου γάμος και χαρά και η Βασίλω πρώτη. Τόσο το νυφοδιάλεγμα όσο και το γαμπροδιάλεγμα στους γάμους και στα πανηγύρια γινότανε, όλα από εκεί άρχιζαν και τελείωναν στην Εκκλησία. Τόσο οι νιες όσο και οι νιοι αυτό το γνώριζαν καλά – πολύ καλά και φρόντιζαν τις μέρες εκείνες να είναι φροντισμένοι στην τρίχα. Έτσι και δεν είχαν καλά τσαρούχια, αγόρια και κορίτσια, ρούχα τσελεπίδικα, προτιμούσαν να μην πάνε πουθενά. Έδωναν μεγάλη σημασία στην έξωθεν καλή μαρτυρία, ήταν να μη σου βγει το όνομα ! Έτσι και σε έλεγαν τζαρτζαφίλου (ατημέλητη) άντε μετά να πείσεις περί του αντιθέτου, δύσκολο μέχρι αδύνατο. Όσον αφορά δε τους άντρες, αν τους κολλούσαν το χαρακτηρισμό ανεπρόκοπος το έχανε το παιγνίδι – δύσκολα έβρισκε ταίρι.
Η κουβέντα με την Αρετή όσον αφορά τη Βασούλα, την θυγατέρα της, προβλημάτισε έντονα την Καλλιόπη και πήρε την απόφαση να το συζητήσει με τον άνδρα της, αλλά πάλι είχε κάποιους φόβους πως θα το έπαιρνε ο άνδρας της, μια που γνώριζε και τις προσπάθειές του να μάθει κάτι σχετικό με το προξενιό της Βασούλας. Το προξενιό το έφερε ένας μακρινός του συγγενής για τον οποίο δεν έτρεφε και τις καλύτερες των εντυπώσεων:
Τέλος πήρε την απόφαση να το συζητήσει και ένα βράδυ την ώρα που πήγαν να κοιμηθούν, λέει δειλά – δειλά στον άνδρα της, τι έγινε έμαθες τίποτα για το προξενιό; Σχεδόν τίποτα δεν έμαθα, Καλλιόπη, πρέπει να βρούμε κανέναν συγγενή.
Μωρέ εγώ έχω μια ξαδέρφη εκεί παντρεμένη, θα μπορούσαμε να τη ρωτήσουμε, αυτή δεν θα μας γελάσει ;
Καλά, ορέ γυναίκα, και δεν το λες τόσον καιρό κι εγώ ρωτάω τον ένα και τον άλλο !
Να μωρέ στο είπα τώρα αλλά πώς θα γίνει;
Τι πώς θα γίνει’ να θα πάμε μια μέρα να φιλευτούμε’
Καλά λες, αλλά πότε να πάμε;
Τι πότε;
Να μεθαύριο θα πούμε στα παιδιά ότι πάμε στην ξαδέρφη σου να φιλευτούμε.
Καλά λες να ετοιμάσω τα ρούχα μας αύριο.
Βέβαια να τα ετοιμάσεις και βγάλτα από τώρα να πέσουν οι ζάρες. Να σημειώσω εδώ ότι τα ρούα την εποχή εκείνη φυλάσσονταν σε μεγάλα σακιά υφαντά και μάλιστα ριγωτά, τα λεγόμενα και χαράρια. Όταν ήθελαν να τα φορέσουν τα κρεμούσαν στον αέρα να πέσουν, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά.
Λέγω να σφάψω και ένα σουγγάρι για να μην πάμε με άδεια χέρια.
Κι εγώ θα κάνω μια πίτα με λουβουδιές.
Καλά θα κάνεις, ξαδέρφη σου είναι.
Και έτσι πανέτοιμοι την μεθεπόμενη ημέρα πρωί – πρωί ξεκίνησαν για τα κονάκια της γυναικοξαδέρφης.
Ο άνδρας καβάλα σε ένα αρσενικό ψαρί άλογο με σέλα και η γυναίκα σε μια φοράδα με σαμάρι και φλώρα φλοκάτη για να μπορεί η γυναίκα να κάθεται άνετα.
Α ! Βασούλα, φέρε μου την σκούφια μου την καλή και την παζαρίσια κλίτσα
Αμέσως, πατέρα.
Κρέμασε ο πατέρας την κλίτσα στο τσεπάκι του σακακιού του, φόρεσε και την σκούφια του και ξεκίνησαν και η Βασούλα τους χαιρετούσε μέχρι που χάθηκαν στην στροφή.
Ξεμάκραιναν από τα καλύβια τους και ο Μήτσιος προς τη γυναίκα του: δεν παίρνεις κανένα τραγούδι, τι στην ευχή για φίλεμα πάμε; Άλλο που δεν ήθελε και η Καλλιόπη και αρχίζει ένα τραγούδι της στράτας. Να σημειωθεί εδώ ότι οι Σαρακατσαναίοι είχαν τραγούδια για κάθε εκδήλωση, όπως και πληθώρα μοιρολογιών. Τίποτα δεν γίνονταν στα μούτα ( χωρίς λαλιά) .
Διάβηκαν βουνά και λόγκους , που χάνονταν κι αυτός ο ήλιος ακόμη, σταμάτησαν σε μια βρύση να ξεδιψάσουν και να βοσκήσουν και τα άλογα το παχύ χορτάρι, έφαγαν μια χαψιά ψωμί και ξεκούραστοι κίνησαν πάλι. Η διαδρομή αυτή ξεπερνούσε τις τέσσερις ώρες με άλογα και σφικτό βάδισμα’ ξεκίνησαν από το ανατολικό Βάρμιο και έφθασαν πάνω ψηλά από την Πτολεμαίδα , όπου ξεκαλοκαίριαζε το τσελιγκάτο της ξαδέρφης της Καλλιόπης. Μια διαδρομή δύσκολη αλλά ευχάριστη. Τέλος άραξαν στα καλύβια και δεν διάβηκε πολύ ώρα και μια ασυνήθιστη κίνηση παρατηρήθηκε στα καλύβια’ όλοι έβγαιναν και τήραγαν και όσο πλησίαζαν τόσο το πλήθος που τους αγνάντευε μεγάλωνε.
-Ορέ ποιοι να ΄ναι εκείνοι;
- Όποιοι και να ΄ναι εδώ έρχονται.
- Τέλος η ξαδέρφη της Καλλιόπης, η Ολυμπία, τους γνώρισε και χαρούμενη φώναξε: η Καλλιόπη είναι με τον άντρα της, τον Μήτσιο.
Και ο τσέλιγκας προς τον άντρα της Ολυμπίας: τρέξε να φέρεις καμιά στέρφα, θα περάσουμε καλά σήμερα, ο Μήτσιος είναι γλεντζές και τραγουδάει καλά.
Τους υποδέχθηκαν πριν ή φθάσουν στο καλύβι της ξαδέρφης συγγενείς, φίλοι και γνωστοί χαρούμενοι και χαμογελαστοί. Βλέπετε την εποχή εκείνη πριν τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο οι κοινωνικοί δεσμοί είχαν κάτι μεγαλειώδες και παραδεκτό από όλους’ ο μουσαφίρης ‘ηταν πρόσωπο άξιο σεβασμού, ήταν στην ουσία των φιλεμάτων. Για το λόγο αυτό οι Σαρακατσαναίοι τα καλοκαίρια τα φιλέματα τα είχαν στις προτεραιότητες τους, ήταν εξ άλλου ο μόνος τρόπος να έρθεις σε επαφή με συγγενικά σου πρόσωπα:
- Πού πάτε ορέ έτσι στολισμένοι; αν και το υποψιαζόταν με κάποια βεβαιότητα.
- -Στη φιλιά πάμε, πού αλλού, στο γυναικοσόϊ .
- Να περάσετε καλά. Και η κουβέντα τελείωνε εκεί. Η ερώτηση αυτή σήμερα μπορεί να είναι και παρεξηγήσιμη, τότε ωστόσο θεωρούνταν αυτονόητη.
Τέλος κόνεψαν στο καλύβι της Ολυμπίας όπου τους υποδέχτηκαν με χαμόγελα και ανοικτές αγκαλιές. Καλά ο άνδρας σου που είναι Ολυμπία;
- Α! πήγε να φέρει κανένα σφαχτό να φάμε, τι τραχανά θα σας φιλέψουμε!
- -Καλά πού ξέρατε πόσο θα μείνουμε;
- - Αυτά, όπως ξέρεις, ξαδέρφη, δεν τα ρωτάνε. Ήρθατε θα μείνετε να φάμε και αύριο με το καλό φεύγετε, εκτός αν θέλετε να μείνετε και ταχιά να φάμε και το υπόλοιπο σφαχτό..
Εν τω μεταξύ η Λυμπία είχε ανάψει φωτιά στο γάστρο, καθάρισε τις πατάτες και τις έβαλε στο νερό να μη μαυρίσουν, ετοίμασε το μεγάλο βαθύ ταψί και περίμενε. Αμέσως βάλανε το μισό σφαχτό στο ταψί με τις πατάτες, το κοκορέτσι και το σπληνάντερο, ο δε Γιώργος, ο άνδρας της Ολυμπίας τεμάχισε την κοιλιά, το μπλι και τα νεφρά και τα έριξε στα κάρβουνα για να πιούνε κανένα τσίπουρο και να κόψουν την πείνα. Να σημειώσω εδώ ότι τα νεφρά ποτέ δεν μπαίνουν σε κατσαρόλα και ταψί γιατί μυρίζει το φαγητό κατρουλιό. Ως γνωστό τα νεφρά είναι ένα φυσικό φίλτρο που αποβάλει τα ούρα από τον οργανισμό του ζώου αλλά και του ανθρώπου.
Στο βραδινό τραπέζι προς τιμήν των καλεσμένων κλήθηκαν να συμφάγουν όλοι οι συγγενείς μη εξαιρουμένου και του υποψήφιου γαμπρού, άλλο που δεν ήθελαν και οι μουσαφιραίοι. Με ένα σπάρο δυο τρυγόνια.
-Πώς σου φάνηκε ο γαμπρός, Καλλιόπη;
-Τι να σου πω, μωρέ Μήτσιο, σαν λιγοστός μου φάνηκε και αχαμνός
-Έλα μωρέ, Καλλιόπη, λιγοστός – λες και θα τον πουλήσω με την οκά. -Γερός πάντως είναι και όπως είπε και η Ολυμπία ποτέ δεν έκανε κεφάλι’ γερός κατάγερος και αυτό μετράει. Εξ άλλου και η δική μας κοντούλα είναι.
-Ναι κοντούλα αλλά γεμάτη, αυτός ξύγκι ούτε στο μάτι έχει.
-Τέλος πάντων τι λες να το προχωρήσουμε;
-Προχώρα το και ο Θεός βοηθός.
Κανόνισε ο Μήτσιος τον τόπο συνάντησης για να γνωριστούνε τα παιδιά (ειδήσια) και γύρισαν πίσω προβληματισμένοι.
Για να δούμε πώς θα το πάρει και η Βασούλα;
Και με τούτα και με τ΄ άλλα γνωρίστηκαν τα παιδιά και παραδόξως άρεσαν μεταξύ τους , λιγοστός ο γαμπρός – κοντούλα η νύφη, ταίριαξαν και σε λίγες μέρες έγιναν και οι αρραβώνες στο καλύβι της Βασούλας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου