Γράφει ο Γιώργος Ζωγραφάκης
Είναι βαρύ το δίλημμα, που μέσα του τον καίει,
από προχτές που βρίσκεται, με το μικρό στρατό του,
εκεί στη ρίζα του βουνού, στου Βούζιαρη τα πλάγια.
Θυμάται,
πολύς καιρός δεν πέρασε, που ζούσε στ’ ‘Αγιον Όρος.
με τ’ άγια και με τ’ άρματα τις μέρες του περνούσε.
Μα, κάθε μέρα φτάνανε απ’ όλη την Ελλάδα
μηνύματα, πως, σύντομα, είναι ν’ αρχίσει αγώνας...
για της πατρίδας την τιμή.
Ξέρει καλά πως κάμποσοι, μαζί μ’ αυτούς κι εκείνος,
στην «Εταιρεία» μυήθηκαν και είναι ορκισμένοι,
τα όπλα τους ν’ αρπάξουνε, μόλις θε να ’ρθει η ώρα.
Τότε ήταν που έφτασε στην Άγια Πολιτεία
ο Μανωλάκης ο Παπάς, μεγάλος πατριώτης,
φέρνοντας πλήθος άρματα και άλλα αναγκαία
και μια τρανήν απόφαση, ν’ αρχίσει τον αγώνα,
την ώρα την κατάλληλη, μαζί με τον Φαρμάκη.
Αργούσε να ’ρθει η ώρα αυτή. Κι ο Γιάννης ο Φαρμάκης,
εκεί ποτέ δεν έφτασε. Έμεινε στην Βλαχία.
Όμως,
η φλόγα που κρυφόκαιγε, έγινε ξάφνου λαύρα,
όταν εις τον Πολύγυρο, στις 17 του Μάη,
ξέσπασε η εξέγερση και βρόντησαν τα όπλα.
Απλώθηκ’ έτσι η φωτιά, γίνηκ’ αστροπελέκι.
Μπήκαν μπροστά οι οπλαρχηγοί, ο Χάψας κι ο Δουμπιώτης
κι αυτός ο ίδιος ο Παπάς, σαν αρχικαπετάνιος.
Οι Τούρκοι κατατρόμαξαν και κλείστηκαν στην πόλη
της Σαλονίκης την τρανή, και έξω δεν τολμούσαν
να βγουν να πολεμήσουνε, τα όπλα να κρατήσουν.
Ο Τούρκος τότε έστειλε του Μπαϊράμ τ’ ασκέρι
να ρθει να σβήσει τη φωτιά, εκδίκηση να πάρει.
Κάνανε πίσω οι Έλληνες. Και τώρα, εδώ στα πλάγια,
εδώ στη ρίζα του βουνού, στην Άγια Αναστασία,
στήνουν το μετερίζι τους, ορθώνουν τα κορμιά τους.
Μα είναι του Χάψα ο στρατός μια χούφτα όλοι κι όλοι
κι ήρθαν τα νέα πως τουρκιά, μιλιούνια, καταφτάνει,
να έμπει στη Χαλκιδική, όλεθρο να σκορπίσει.
Να στήσει ο Χάψας άμυνα με λίγα παλικάρια
σε τόσο τούρκικο στρατό, φαίνεται σα θυσία,
παράλογη κι ανώφελη.
Θε μου, Χριστέ μου, σκέφτεται, είναι σωστό να μείνω,
κόντρα σε τόσο στράτευμα, κόντρα σε τόσο πλήθος;
Τον Χάψα δεν το σκέφτομαι. Όμως, αυτοί τι φταίνε;
Μήπως δεν πρέπει τα παιδιά να πάρω στο λαιμό μου;
Αυτά του λέει η λογική, ο φόβος του ανθρώπου,
πως η θυσία είν’ άσκοπη, πως δεν υπάρχει ελπίδα.
Όμως,
την ώρα αυτή τη δύσκολη, την ώρα αυτή του χρέους,
να κάνει πίσω δε μπορεί. Εδώ τον θέλει η Μοίρα,
να μείνει και ν’ αγωνιστεί για την Ελευθερία.
Το νιώθει ο Χάψας μέσα του, πως λογική δεν έχει
το «Λευτεριά ή Θάνατος». Ξέρει πως στον αγώνα,
χιλιάδες θάν’ τα θύματα, ποτάμια θάν’ το αίμα.
Μα ’πό τα χρόνια τα παλιά, απ’ την αρχαία Ελλάδα,
οι Έλληνες δεν άφηναν ποτέ το μετερίζι,
μπροστά στο πλήθος των οχτρών, μπροστά στην ξένη βία.
Ακόμα και παρα – προχτές έφτασε το μαντάτο,
πως κάποιος «Διάκος» στάθηκε, εκεί στην Αλαμάνα,
κόντρα σ΄ αμέτρητους οχτρούς, κόντρα σε πλήθος Τούρκους,
και σουβλιστό τον κάνανε κι αυτός χαμογελούσε!
Έτσι κι αυτός απόφαση ηρωική έχει πάρει,
εδώ στη ρίζα του βουνού να μείνει και να πέσει.
Κι όταν προφτάσαν οι οχτροί και μαύρισεν ο κάμπος,
βγαίνει μπροστά και ρίχνεται στου χάρου το γιορτάσι.
Όλα τα παλικάρια του με θάρρος πολεμάνε.
Πέφτουνε πλήθος οι οχτροί, μα πέφτουνε κι εκείνοι
εκεί στο χώρο της τιμής.
Ένας προς έναν πέσανε, εκεί, τα «Συκιωτούδια»
κι οι άλλοι τους οι σύντροφοι, στου Βούζιαρη τα πλάγια.
Έμειν’ ο Χάψας μοναχός, κι έσπασε το σπαθί του,
μα πίσω δεν το σκέφτηκε, ούτε στιγμή να κάνει.
Ορμάει πάνω στους οχτρούς, με νύχια και με δόντια
κι απελπισμένα πολεμά. Ώσπου, στο τέλος, πέφτει,
σαν ήρωας πραγματικός, σαν άλλος Λεωνίδας.
Δεν έχει, πλέον, δίλημμα, δεν έχει πια αγωνία.
Τα παλικάρια του κι αυτός έγραψαν ιστορία.
Τίμησαν τη Χαλκιδική και όλη την Ελλάδα.
Μένουν για πάντα αθάνατοι, στη μνήμη τη δική μας…
(Περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου «Σαν παραμύθι…(2)», 2005, σελ. 192-194.)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου