Είναι να τους «ζηλεύεις» τους Πολυγυρινούς με τον Τσουκαλά τους, το άφθονο πράσινο και την πανέμορφη κορυφή του, κορυφή που τους στεφανώνει και τους χαρίζει περίσσιες χάρες..
Στέκει αιώνες τώρα, καμαρωτός – καμαρωτός, ατενίζοντας τα πέλαγα πέρα από τους γραφικούς κόλπους της Κασσάνδρας - Σιθωνίας και του Αγίου Όρους ίσαμε την Ιωνία και ακόμη παραπέρα μέχρις εκεί που έφθανε η περιοχή που κατοίκησαν οι πρώτοι άποικοι, οι Ίωνες,, 20 -25 αιώνες προ Χριστού..
Αυτό το βουνό είπα να περπατήσω μέχρις εκεί που θα... μου επέτρεπαν οι λίγες δυνάμεις μου. Πήρα το δεκανίκι μου, όπως ονομάζουν οι ντόπιοι το ξύλο που κρατάμε στα χέρια μας όταν ανεβαίνουμε στο βουνό και ξεκίνησα.
Πέρασα τη δημοσιά δίπλα από τον Άγιο Νεκτάριο, έφθασα στο μονοπάτι που οδηγεί στον Προφήτη Ηλία, το ακολούθησα και βγήκα πάλι στο δρόμο προς την κορυφή. Ποιο πάνω έστριψα δεξιά ακολουθώντας το μονοπάτι που διασχίζει οριζόντια την κατάφυτη πλαγιά και βγήκα κάτω από την κορυφή του Τσουκαλά «κεραίες», συνέχισα πάλι τη δημοσιά προς τον Ταξιάρχη και λιγότερο από μισό χιλιόμετρο βρέθηκα στο μπαλκόνι του Τσουκαλά., δηλαδή το πλατό που σχηματίζεται νότια της κορυφής, κάτω ακριβώς από την πετρόκτιστη Εκκλησία του Σταυρού.
Στέκει αιώνες τώρα, καμαρωτός – καμαρωτός, ατενίζοντας τα πέλαγα πέρα από τους γραφικούς κόλπους της Κασσάνδρας - Σιθωνίας και του Αγίου Όρους ίσαμε την Ιωνία και ακόμη παραπέρα μέχρις εκεί που έφθανε η περιοχή που κατοίκησαν οι πρώτοι άποικοι, οι Ίωνες,, 20 -25 αιώνες προ Χριστού..
Αυτό το βουνό είπα να περπατήσω μέχρις εκεί που θα... μου επέτρεπαν οι λίγες δυνάμεις μου. Πήρα το δεκανίκι μου, όπως ονομάζουν οι ντόπιοι το ξύλο που κρατάμε στα χέρια μας όταν ανεβαίνουμε στο βουνό και ξεκίνησα.
Πέρασα τη δημοσιά δίπλα από τον Άγιο Νεκτάριο, έφθασα στο μονοπάτι που οδηγεί στον Προφήτη Ηλία, το ακολούθησα και βγήκα πάλι στο δρόμο προς την κορυφή. Ποιο πάνω έστριψα δεξιά ακολουθώντας το μονοπάτι που διασχίζει οριζόντια την κατάφυτη πλαγιά και βγήκα κάτω από την κορυφή του Τσουκαλά «κεραίες», συνέχισα πάλι τη δημοσιά προς τον Ταξιάρχη και λιγότερο από μισό χιλιόμετρο βρέθηκα στο μπαλκόνι του Τσουκαλά., δηλαδή το πλατό που σχηματίζεται νότια της κορυφής, κάτω ακριβώς από την πετρόκτιστη Εκκλησία του Σταυρού.
Προχώρησα νοτιότερα στην άκρη του ξέφωτου όπου η θέα είναι μαγευτική και έκατσα να ξαποστάσω και να απολαύσω από ψηλά τη μαγεία της φύσης. Η μέρα ήταν λαμπερή και καθαρή και μπορούσες να δεις μέχρις εκεί που έφθανε το μάτι σου. Και δυτικά έφθανες μέχρι το Πάικο , Καϊμακτσαλάν, Βόρα, Βέρμιο, Πιέρια, Όλυμπο, Κίσαβο και νότια μέχρι το πανέμορφο Πήλιο, όχι βέβαια ότι και τα τα προηγούμενα βουνά δεν είναι όμορφα και χιλιοτραγουδισμένα.
Περιέφερα στη συνέχεια τη ματιά μου στο πέλαγος με τα διάσπαρτα νησιά του, θαύμασα τα γραφικά πόδια της Χαλκιδικής, ανέβηκα νοερά στην άγια κορυφή του Αγίου Όρους και προχώρησα ανατολικά μέχρι την Ιωνία. Εκεί σταμάτησα και άθελά μου ο νους γύρισε στα περασμένα, εκεί που οι Ίονες – Έλληνες πλέον - έκτισαν μια Μίλητο, μια Έφεσο, τις Κλαζομεναίς, τη Φώκαια και άλλες πολλές [νομίζω 12 ].
Όλη αυτή η περιοχή, που νέμεται ο βάρβαρος ανατολίτης και ξεδιάντροπα την εμφανίζει σαν δική του, πριν λίγους αιώνες διαφεντεύονταν από τη Βασιλεύουσα των πόλεων, την Κωνσταντινούπολη, εκεί που η Δέσποινα η Παναγιά δάκρυσε όταν η Πόλη έπεσε στα χέρια του ανατολίτη.
«Σώπασε», Κυρά Δέσποινα, πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικιά μας θα ΄ναι».
«Σώπασε», Κυρά Δέσποινα, πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικιά μας θα ΄ναι».


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου