Κείμενο της Αλεξάνδρας Νικολαΐδου.
Φαντάσου να έχεις ένα μικρό κατάστημα. Το κατάστημά σου είναι ό,τι έχεις και δεν έχεις. Όλες σου οι αποταμιεύσεις, όλα σου τα όνειρα, η επιβίωσή σου, οι σπουδές των παιδιών σου, τα πάντα συνδέονται με αυτό. Έχεις παραγγείλει, στο μέτρο που σου επιτρέπει η δεινή σου οικονομική κατάσταση, κάποτε έχεις προπληρώσει κιόλας ή έχεις κόψει επιταγές, νέα εμπορεύματα.
Φαντάσου, λοιπόν, να έρχεται ένας κάποιος, που δεν εργάστηκε ποτέ, δεν ξενύχτησε γιατί μία επιταγή του θα έσκαγε την επόμενη μέρα, φαντάσου να έρχεται... και να σου λέει πως δε μπορείς να δουλέψεις.
Και εσύ αναρωτιέσαι, στα σούπερ μάρκετ επιτρέπεται η είσοδος - ανάλογα τα τετραγωνικά και σε αντίστοιχα άτομα, στα φαρμακεία, στα μανάβικα, στις εκκλησίες... Τι ζητάς; Έναν- έναν, λες, θα τους βάζω τους πελάτες. Δεν έχω ούτε τη γνώση, ούτε τα χρήματα να φτιάξω ηλεκτρονικό κατάστημα. Δεν έχω τη διάθεση να βγάζω φωτογραφίες και να τις ανεβάζω στο fb, δεν έχω instagram, δεν απευθύνομαι σε τέτοιο είδους κοινό.
Εμένα πελάτης μου είναι η κυρία Τασούλα που θα έρθει να πάρει παπούτσια για τα εγγόνια της, δεν έχει "δικτυωθεί κοινωνικά".
Μη με αφήνετε πίσω, τους λες, αφήστε με να ζήσω, αφήστε με να δουλέψω, έχω υποχρεώσεις...
Και αυτοί σε φτύνουν!
Σου πετάνε μία "ατομική ευθύνη" και εσύ τρυπώνεις όλο και πιο βαθιά στην απελπισία.
Αναρωτιέσαι πότε η "πολιτική ανευθυνότητα" κατάντησε "ατομική ευθύνη".
Από μία πρώην καταστηματάρχη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου