Θέλω να κάνω μια αναφορά στους Έλληνες που πολέμησαν στην Αλβανία, στο σκληρό πόλεμο που άρχισε πριν 80 χρόνια εκεί, σαν σήμερα. Έχοντας πάει δυο φορές σ’ αυτά τα μέρη, έχοντας δει τα νεκροταφεία στην Κλεισούρα και στους Βουλιαράτες και γνωρίζοντας ότι, παρά τα νεκροταφεία –στην Κλεισούρα το νεκροταφείο είναι έργο του Αρχιεπίσκοπου Αναστασίου, πλην οι τάφοι είναι κενοί-, το μέγιστο ποσοστό των κοντά 8.000 Ελλήνων νεκρών, είναι «άταφοι νεκροί», μεταξύ των οποίων και ένας...
μεγαλύτερος αδελφός μου. Οι προσπάθειες της Ελλάδας να της επιτρέψει η Αλβανία να αναζητήσει τους νεκρούς της, προσέκρουε σε αντιρρήσεις της γείτονος και μόνο τους τελευταίους μήνες ξεκίνησε μια σοβαρή προσπάθεια περισυλλογής και θρησκευτικής ταφής των ηρωικών νεκρών μας.Τιμή σ’ αυτούς τους νεκρούς, που βρέθηκαν από την ειρηνική Ελλάδα στην αφιλόξενη Αλβανία, στον σκληρό πόλεμο με την φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι, κι άφησαν το κορμί και την ψυχή τους εκεί και την οικογένειά τους ορφανή στην Ελλάδα. Όμως, κι αυτοί που επέζησαν και έζησαν την ατιμωτική επιστροφή τους, πεζοί ρακένδυτοι και πεινασμένοι, αυτοί οι νικητές και νικημένοι τελικά, έφεραν σε όλη τη ζωή τους άσβηστα τα σημάδια και τις αναμνήσεις του πολέμου, ακόμα κι όταν οι νεότεροι τα είχαν ξεχάσει. Σχετικά με αυτούς θα μου επιτρέψετε να παραθέσω παρακάτω ένα κείμενό μου που το αγαπώ πολύ και που ίσως αρέσει και σε σας. Διαβάστε το και θα καταλάβετε (γράφηκε και δημοσιεύτηκε -στη «Γνώμη» Μουδανιών-, στις αρχές του Νοέμβρη 1994):
«Λοιποοόν…
Πολλές φορές τα λόγια και οι εκδηλώσεις για τις διάφορες εθνικές επετείους, καταντούν ρουτίνα. Ο πολύς κόσμος ακούει χωρίς να προσέχει και χειροκροτεί από συνήθεια.
Αληθινή αναφορά στα γεγονότα, όταν αυτά είναι σχετικά πρόσφατα, μπορείς να έχεις μόνο από ανθρώπους που τα έζησαν. Που ήταν οι ίδιοι μέτοχοι και πρωταγωνιστές.
Για τον πόλεμο του ’40 τέτοιος ήταν ο παππούς. Επίστρατος στη γενική επιστράτευση, βρέθηκε από την πρώτη στιγμή στο μέτωπο. Με συνείδηση ότι πολεμά για την πατρίδα, εναντίον μάλιστα ενός φασίστα εισβολέα.
Δεν έκανε τίποτα περισσότερο ούτε τίποτα λιγότερο απ’ ό,τι έκαναν όλοι οι Έλληνες, που η θύελλα του πολέμου τους έφερε στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας: Πολέμησε. Τους Ιταλούς, το κρύο, την πείνα, την κούραση, τις ψείρες…
Ήταν μάλιστα και «βαθμοφόρος». Δεκανέας, και γρήγορα λοχίας. Και δεκανέας ή λοχίας στον πόλεμο δεν ήταν απλό πράγμα. Ιδιαίτερα όταν χάνονταν οι ανώτεροι βαθμοφόροι. Τότε οι κατώτεροι έπαιρναν βαριές ευθύνες. Ευθύνες επιτυχίας του πολέμου, ευθύνες ζωής για τους άνδρες τους.
Πολλά χρόνια τώρα ο παππούς μάς έκανε ατέλειωτες διηγήσεις. Δεν ήταν ανάγκη να ’ναι επέτειος. Δε χρειαζόταν καν να συμβαίνει κάτι σχετικό. Ξαφνικά άρχιζε να μας διηγείται την ίδια ιστορία. Ξεκινούσε πάντα μ’ ένα παρατεταμένο «λοιποοόν…», έτσι για να δέσει η διήγηση, και συνέχιζε: «Μια μέρα, στις 20 του Δεκέμβρη (πάντα οι ημερομηνίες, οι μέρες και οι ώρες), φτάσαμε σ’ ένα χωριό που το λέγανε…».
Εμείς κάπου δεν τον προσέχαμε, τα λόγια του έμοιαζαν να λένε ένα χιλιοειπωμένο παραμύθι, κουνούσαμε καταφατικά το κεφάλι, δείχναμε δήθεν ενδιαφέρον, έτσι από ευγένεια και σεβασμό. Για κείνον όμως οι διηγήσεις αυτές ήταν οι αναμνήσεις του. Είχε μείνει θαρρείς εκεί. Οριστικά. Για χρόνια, για δεκαετίες, για την αιωνιότητα.
Είχε βέβαια κι έναν άλλο λόγο να νιώθει τέτοια δύναμη επιστροφής ο παππούς. Είχε γεννηθεί εκεί. Ήταν Βορειοηπειρώτης. Είχε φύγει με τη θύελλα του 1914. Τότε που οι μεγάλοι αποφάσισαν πως «εκεί είναι Αλβανία». Ήταν νήπιο τότε. Όμως η ψυχή του ήταν εκεί –και έμεινε πάντα εκεί. Έτσι, όταν βρέθηκε στον πόλεμο σε πάτρια χώματα, ήταν γι’ αυτόν πραγματική επιστροφή.
«Λοιποοόν, ακούστε τι έγινε μια μέρα στην Αλβανία…». Να λέει, να λέει. Ζωντανή ιστορία. Πραγματική ιστορία. Πώς πήγε, πώς πολέμησε τόσους μήνες, πόσα υπέφερε, πώς παραδόθηκε –αν και νικητής- ο στρατός μας μετά τη συνθηκολόγηση. Πώς γύρισαν οι φαντάροι πίσω, με τα πόδια, νικημένοι-νικητές, σε μια χώρα με μαύρη φασιστική κατοχή.
Αυτά ένιωσα πάλι φέτος, ακούγοντας τα ποιήματα και τα κείμενα της σχολικής γιορτής. Κι όταν στο μικρό σκετς ο Έλληνας Κίτσος δεν σκοτώνει τελικά τον Ιταλό Τζιοβάνι, αφού μαθαίνει πως κι αυτός είναι θύμα του πολέμου, θύμα του φασισμού, και τον οδηγεί «στο τάγμα», εμένα μου ήρθε στο νου μια από τις διηγήσεις του παππού: Όταν ξύπνησε ένα πρωί πάνω στα χιόνια και, μόνο με το φως της μέρας, κατάλαβε πως ο στρατιώτης που ένιωθε δίπλα του όλη τη νύχτα, δεν ήταν ζωντανός, ούτε και Έλληνας. Ήταν ένας νεκρός Ιταλός. Και «τον είχε λυπηθεί πολύ το φουκαρά∙ τι έφταιγε αυτός…».
Τα θυμήθηκα πιο πολύ ακόμα όλα αυτά, γιατί φέτος δεν θ’ ακούσουμε πια τις διηγήσεις του: Ανήμερα στις 28 του Οκτώβρη, ψάλαμε το τρισάγιο στον τάφο του. Και στις 29, στην εκκλησία, έγινε το «μνημόσυνο 40 ημερών».
Δεν έχει πια «λοιποοόν…». Όλα έχουν κάποτε ένα τέλος. Δυστυχώς.»


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου