Γράφει ο Γιώργος Ι. Ζωγραφάκης
Τρία βιβλία, τρία χαλκιδικιώτικα βιβλία – γραμμένα δηλαδή από Χαλκιδικιώτες συγγραφείς – είχα τη χαρά να διαβάσω τελευταία. Για τους ίδιους ή και για διαφορετικούς λόγους, τα χάρηκα ιδιαίτερα. Επειδή μάλιστα, πιθανότατα, είναι ελάχιστα γνωστά στην κοινή γνώμη του τόπου μας, προχωρώ να τους κάνω μια μικρή παρουσίαση και να προτρέψω τους...
φιλαναγνώστες της Χαλκιδικής – και όχι μόνο, βέβαια – να τα γνωρίσουν από κοντά, να τα διαβάσουν.
2ο Βιβλίο: Το «Ακρόπρωρο», (αυτοέκδοση, σελ. 446), προηγήθηκε του ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑ, καθώς είδε το φως (περιορισμένης) δημοσιότητας κάπου τρεις μήνες νωρίτερα. Και λέγω «περιορισμένης δημοσιότητας», καθώς παρουσιάστηκε στον Άγιο Νικόλαο, μάλλον αθόρυβα και ήδη απουσιάζει από προθήκες βιβλιοπωλείων. Συγγραφέας ο Δημήτρης Άγγ. Σμάγας, συντ. δάσκαλος, με πολλές συγγραφικές δραστηριότητες, το «Ακρόπρωρο» πάντως είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.
Το βιβλίο, χαρακτηρισμένο από τον συγγραφέα ως «ιστορικό μυθιστόρημα», υπηρετεί αρκετά σωστά τον χαρακτηρισμό του αυτόν, καθώς η υπόθεσή του εξελίσσεται στην προ της επανάστασης του 1821 στη Χαλκιδική περίοδο και, τόσο τα πρόσωπα, όσο και πολλά από τα γεγονότα που περιλαμβάνει, έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με τη σημαντική αυτή για τον τόπο μας περίοδο. Κύριος χώρος εξέλιξης αυτών των γεγονότων είναι η περιοχή του χωριού του Αγίου Νικολάου και περισσότερο η θαλάσσια περιοχή της Βουρβουρούς, του Διάπορου και των άλλων νησιών του κόλπου.
Τα κύρια πρόσωπα του μυθιστορήματος είναι μια χριστιανική οικογένεια του χωριού, της οποίας ο αρχηγός, ο καπ. Στέργιος, είναι καραβοκύρης μικρού σχετικά σκάφους και πρώτος δημογέροντας του χωριού. Γύρω απ’ αυτόν κινούνται πλήθος πρόσωπα, άλλα συγγενικά του –γιοι του, μάνα του κλπ –, ο καθένας από τους οποίους παίζει κάποιον σημαντικό ρόλο στην ιστορία. Παράλληλα βέβαια πολλά άλλα πρόσωπα, από τον Τούρκο αγά και τους Τούρκους αξιωματούχους του τόπου, ως διάφορα άλλα πρόσωπα, συμβάλλουν στην πλοκή της υπόθεσης. Σημαντικό ρόλο παίζει το κοντινό Άγιον Όρος, είτε ως θρησκευτικός χώρος, είτε ως φυσικό επίγειο και θαλάσσιο τοπίο, κυρίως όμως με ύπαρξη προσώπων τα οποία δίνουν ιδιαίτερο περιεχόμενο στην ιστορούμενη υπόθεση του βιβλίου. Βέβαια, ρόλο παίζουν και η Θεσσαλονίκη, ο Πολύγυρος, η Ποτίδαια, η Θάσος και άλλες κοντινές ή μακρινές περιοχές. Αυτό όμως, που είναι οπωσδήποτε μη αναμενόμενο, είναι η σχέση του τόπου και πολλών προσώπων με τη μακρινή Μάνη, όχι μόνο σε αναφορές από την ιστορία, αλλά κυρίως από τη σύνδεση Μάνης – Αγ. Νικολάου στην μυθιστορηματική εξέλιξη των ιστορουμένων.
Η υπόθεση έχει πολλές ανατροπές, κάποιες εξαιρετικά απίθανες, που όμως η «μυθιστορηματική άδεια» τις επιτρέπει. Και, παρ’ όλον ότι σε πολλά γεγονότα θα μπορούσε κανείς να δώσει τον χαρακτηρισμό του «χάπι εντ», η εξιστόρηση στο τέλος των πραγματικών γεγονότων –όπου πάντως η ακρίβεια πολλών αναφορών, όπως πχ η προ της επανάστασης παρουσία και δράση του Εμμ. Παπά στη Θεσσαλονίκη και στη Χαλκιδική, ελέγχεται -, δίνει στο τέλος έναν δραματικό τόνο, καθώς οι ολέθριες συνέπειες για τη Χαλκιδική στην επανάστασή της, δίνουν έναν δραματικό χαρακτήρα στο κλείσιμο του βιβλίου, όπως πράγματι, επαναλαμβάνουμε, συνέβη.
Θετικό στοιχείο στο «ΑΚΡΟΠΡΩΡΟ» του Δ. Σμάγα είναι η πολύ καλή επιλογή και χρήση λέξεων, κατάλληλων και σωστά χρησιμοποιούμενων, χωρίς ωστόσο να διαφαίνεται προσπάθεια επιλογής εξεζητημένων λέξεων και φράσεων από τον συγγραφέα. Συχνά χαίρεσαι να διαβάζεις το κείμενο και εκπλήσσεσαι ευχάριστα. Εκεί που ο Σμάγας δίνει ξεχωριστό χαρακτήρα στο βιβλίο του, είναι η χρήση λέξεων της θάλασσας, είτε στο όνομα στοιχείων και εξαρτημάτων των πλοίων, είτε στην ονομασία των ανέμων (μαΐστρος, πουνέντες, τραμουντάνας κλπ).
Άλλο θετικό στοιχείο είναι η δημιουργία και δράση πειστικών χαρακτήρων, τους οποίους γενικά ο αναγνώστης αισθάνεται ότι τους βλέπει και τους παρακολουθεί. Βέβαια, η λεπτομερής αναφορά τοποθεσιών στις περιοχές εξέλιξης του έργου, για τους εκτός περιοχής αναγνώστες, ίσως δημιουργεί κάποιο μπέρδεμα. Γενικά το βιβλίο αναδεικνύει τον χώρο και την τάξη των τοπικών ναυτικών και σ’ αυτό μοιάζει με τον ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑ του Βασιλάκη, που αναδεικνύει θετικά τον χώρο των κτηνοτρόφων.
Να σημειώσουμε ότι το Ακρόπρωρο –το ξύλινο συνήθως ομοίωμα ανθρώπου ή ζώου (δελφινιού κλπ) που τοποθετούνταν στην πλώρη του πλοίου – στην περίπτωση του βιβλίου του Σμάγα, δεν είναι ένα απλό πρόσωπο, αλλά μέρος μιας απίθανης ανατροπής, της οποίας το προνόμιο να λυθεί παραμένει στον αναγνώστη.
Θα μπορούσε κανείς να σημειώσει πλήθος αποσπάσματα, μικρά ή μεγάλα, ως δείγμα γραφής του Σμάγα στο «Ακρόπρωρο». Σημειώνω μόνο, εντελώς τυχαία: «Όμως, στα χρόνια αυτά ο έρωτας ήταν συνήθως ανίατη αρρώστια, που θεραπευόταν μονάχα με τον γάμο», ή «Αν είχα γιο, θα έκτιζα ένα μπάρκο, που θα το φοβούνταν τα κύματα και θα το ερωτεύονταν οι γλάροι» και άλλα πολλά.
Το βιβλίο του Σμάγα, αφού ούτε ISBN δεν εξασφάλισε, δεν βρίσκεται σε βιβλιοπωλεία του Πολυγύρου, μάλιστα υποχρεώθηκα να το αναζητήσω και να το προμηθευτώ από τον Άγιο Νικόλαο και εκεί όχι εύκολα – πριν φτάσει στα χέρια μου το αντίτυπο που ευγενικά και φιλικά μου έστειλε ο φίλος συγγραφέας, τον οποίο και από τη θέση αυτή ευχαριστώ.
Καλή συνέχεια, Δημήτρη. Τώρα πια, λογίζεσαι «φτασμένος»!
Όταν ο φίλος μου, συνταξιούχος τραπεζ. Υπάλληλος, Δημήτρης Βασιλάκης, είχε την καλοσύνη να μου στείλει ηλεκτρονικά το βιβλίο του αυτό, και είδα ότι είχα να κάνω με ένα …μυθιστόρημα πάνω από 600 σελίδες, δοκίμασα έκπληξη και απορία. Μα είναι δυνατόν, ο Δημήτρης, με πολλά μεν πολιτιστικά, πολιτικά, οικολογικά, καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα, χωρίς όμως προηγούμενη συγγραφική δουλειά, να εμφανίζει ξαφνικά μια «λογοτεχνική μπόμπα» και να μπαίνει στα λογοτεχνικά «σαλόνια» με τα «τσαρούχια»;
Και όμως ήταν. Γιατί ο ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ είναι ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα, με πλήθος θετικά χαρακτηριστικά. Πολύ σύντομα αναφέρομαι σ’ αυτά:
Τα κύρια πρόσωπα του μυθιστορήματος, ο Πολυγυρινός Γιωργής, «φιλογερμανός» χωροφύλακας στην Κατοχή, και ο αριστερός, επίσης Πολυγυρινός φοιτητής Μιχάλης, από φύλακας – κρατούμενος (και μελλοθάνατος) που ήταν, βρίσκονται ξαφνικά δραπέτες – κυνηγημένοι και οι δυο και, χωριστά ο ένας από τον άλλο, ο μεν Γιωργής καταλήγει τσομπάνης στη Χαλκιδική*, ενώ ο Μιχάλης αντάρτης του ΕΛΑΣ στα βουνά της Μακεδονίας.
Η αφήγηση για τις περιπέτειες των δύο ηρώων εξελίσσεται παράλληλα, και ο συγγραφέας μεταφέρει τον αναγνώστη από τα μαντριά τον έναν, στα αντάρτικα λημέρια τον άλλον. Η αφήγηση είναι ζωντανή και στις δυο περιπτώσεις, με πλήθος εικόνες από τη ζωή των δύο φίλων. Σε ό,τι αφορά τον Γιωργή, τον τσομπάνη, παρακολουθεί κανείς, με απρόσμενο ενδιαφέρον, την περιγραφή άγνωστων λεπτομερειών της ζωής των κτηνοτρόφων, την οποία ο συγγραφέας φαίνεται να γνωρίζει καλά από κοντά, όπως μαρτυρούν οι εικόνες , οι λέξεις και οι λεπτομέρειες που δίνει. Οι εικόνες των προσώπων της κτηνοτροφικής ζωής, είτε αυτοί είναι τσελιγκάδες, είτε τσομπάνηδες, είναι ξεχωριστές και το βιβλίο αναδεικνύει θετικά αυτόν τον χώρο, ο οποίος, βέβαια, στην συνείδηση του κόσμου δεν βρίσκεται σε τέτοιαν εκτίμηση. Από την άλλη, με την περιγραφή της περιπέτειας του Μιχάλη, του φοιτητή – αντάρτη, ο συγγραφέας ασχολείται εκτενώς με την Αντίσταση κατά των κατακτητών, τόσο στις πόλεις (Θεσσαλονίκη), όσο και στα βουνά. Αναφέρεται μάλιστα, όχι αόριστα σε καταστάσεις και φανταστικά πρόσωπα, όσο σε συγκεκριμένες δράσεις και γεγονότα και σε πρόσωπα γνωστά, σε ορισμένα από τα οποία επιμένει και τα αναδεικνύει, δικαιώνοντάς τα ιστορικά, όπως στην περίπτωση του Καπετάν Πέτρου –του Καλανδρινού δασκάλου Χριστόδουλου Μόσχου -, του οποίου κάνει ένα πλήρες ψυχογράφημα και αναδεικνύει την προσωπικότητά του, η οποία δε νομίζω ότι έχει προηγούμενο.
Εκεί, στο αντάρτικο, αναδεικνύει και την προσωπικότητα του Φοιτητή (Μιχάλη) –με κεφαλαίο πλέον το Φ – και δίνει πλήθος πληροφορίες σχετικά με την Αντίσταση.
Σημειώνεται ότι, παρά τις 594+ 10 γλωσσάρι (χρήσιμο) σελίδες του, το μυθιστόρημα δεν ολοκληρώνεται, θα πρέπει δηλαδή να αναμένουμε και ένα, τουλάχιστον, ακόμη βιβλίο, το οποίο, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει, γράφεται ήδη με γοργούς ρυθμούς. Αναμένουμε, λοιπόν, τη συνέχεια –με ενδιαφέρον οπωσδήποτε.
Σχετικά με τη γραφή του ΔΒ, ενώ φαίνεται πως επιδίδεται σε πολλές και ίσως περιττές λεπτομέρειες, στην πραγματικότητα αυτές δεν κουράζουν και δεν φαίνονται περιττές. Αυτό συμβαίνει και με το πλήθος των διαλόγων που υπάρχουν στο βιβλίο, που όμως έχουν μια ενδιαφέρουσα φυσικότητα και διαβάζονται ευχάριστα. Το ίδιο συμβαίνει και με τους όχι λίγους μονολόγους των προσώπων, που ελάχιστες φορές γίνονται κουραστικοί. Θετικό επίσης είναι το γεγονός ότι η όλη αφήγηση γίνεται με μικρές, σαφείς προτάσεις.
Η αφήγηση είναι πολύ καλή, κι αυτό που λέει κάπου ο συγγραφέας: «Γιωργή, έχεις ένα δικό σου ξεχωριστό τρόπο να περιγράφεις τα πράγματα, τα ζωγραφίζεις», μπορεί να πει κανείς ότι αναφέρονται στον δικό του τρόπο αφήγησης. Υπερβολικά, ωστόσο, χρησιμοποιεί την αιτιατική στη σύνταξη των προσωπικών αντωνυμιών («τον πέταξε ένα κομμάτι ψωμί», «τον άρπαξε τα δυο του χέρα» κλ), πράγμα που ξενίζει ειδικά τους ασυνήθιστους σ’ αυτή τη σύνταξη.
Άλλο χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι το ισχυρό συναισθηματικό στοιχείο πολλών καταστάσεων, που συχνά φέρνει τον αναγνώστη στα όρια συγκίνησης, χωρίς ωστόσο να φαίνεται ότι αυτό το επιδιώκει ο συγγραφέας.
Το βιβλίο δίνει ενδιαφέρουσες εικόνες της ζωής στην επαρχία στα χρόνια της Κατοχής, αν και, σε έναν βαθμό, υποβαθμίζει ή αποσιωπά τις αρνητικές λεπτομέρειες της κατοχικής ζωής.
Γενικά, ο ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΑΣ του Δημήτρη Βασιλάκη είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται ευχάριστα και, παρά τον σχετικό όγκο του –και βάρος, δυστυχώς -, ο αναγνώστης δεν δυσανασχετεί, αντίθετα το χαίρεται και το απολαμβάνει.
Είναι κρίμα που δε μπόρεσα να βρω το βιβλίο στα βιβλιοπωλεία –αφού δεν κατάφερα να βρεθώ στην παρουσίαση – βρήκα μόνο και διάβασα ένα αντίτυπο, αυτό δώρισε ο συγγραφέας στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Πολυγύρου.
………………………………………………………….
- Ασφαλώς θα διαφεύγει από τον συγγραφέα μια σημαντική σύμπτωση: Ακριβώς έναν χρόνο πριν (27 Μαρτίου 1941), από το Νοσοκομείο Άγ. Δημήτριος Θες/νίκης, δραπετεύει ένας φυλακισμένος των Γερμανών, ο Άγγλος αεροπόρος Έντουαρτ Χάουελλ, τραυματισμένος σοβαρά στη Μάχη της Κρήτης. Δραπετεύει την παραμονή που πρόκειται να σταλεί στη Γερμανία, οδεύει στα τυφλά προς τον Χορτιάτη και συναντά κι αυτός δυο μαντριά, με σκυλιά ελληνικούς ποιμενικούς κλπ Στη συνέχεια, μέσω Ζαγκλιβερίου, Ζερβοχωρίων, Αγ. Προδρόμου, Βάβδου, Καλυβών, καταλήγει στην Ορμύλια όπου και φιλοξενείται σε καταφύγιο δραπετών στο βουνό, πριν φυγαδευτεί στη Μ. Ανατολή… (αυτά και άλλα πολλά –πραγματικά γεγονότα – περιγράφει στο ωραίο βιβλίο του «Η Φυγή στη Ζωή»).
Στη συνέχεια θα παρουσιάσω το από πολλών ετών σε «κυκλοφορία», ωστόσο ελάχιστα γνωστό, «ΜΕΣΟΥΡΑΝΗΜΑ ΚΑΙ ΣΥΝΤΡΙΜΜΙΑ», του Ορμυλιώτη, αεροπόρου στη Μικρασία, Νικολάου Δέα.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου