"ΟΥΔΕΙΣ ΠΛΕΟΝ ΑΧΑΡΙΣΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΗΘΕΝΤΟΣ "

powered by Agones.gr - livescore

Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

Ο Ν. Καζαντζάκης στο Άγιον Όρος

Γράφει ο Γιώργος Ζωγραφάκης

Το παρακάτω κείμενο είχα ετοιμάσει προ 3ετίας(;) για να πραγματοποιηθεί ένα αφιέρωμα του Ν. Καζαντζάκη στα N. Μουδανιά, το οποίο τελικά δεν πραγματοποιήθηκε λόγω μη εξασφάλισης της αίθουσας του δημ. Θεάτρου. Το πρότεινα φέτος στον Σύλλογο Κρητών, ως ολοκληρωμένο αφιέρωμα, πλην, αποφασίστηκε η μορφή του αφιερώματος που πραγματοποιήθηκε τελικά, με επιτυχία, στις 3 Νοεμβρίου. Επειδή αρκετοί ζητούν να το διαβάσουν, το κοινοποιώ ολόκληρο, σημειώνοντας ωστόσο τα...
σημεία που δεν διαβάστηκαν, λόγω του περιορισμένου χρόνου τον οποίο είχα στη διάθεσή μου)

Στις 26 Οκτωβρίου συμπληρώθηκαν 60 χρόνια από το θάνατο του μεγάλου Νίκου Καζαντζάκη. Είχε πεθάνει την ημερομηνία αυτή, το 1957, στο Φράϊμπουργκ της Γερμανίας. Μεταφέρθηκε στο Ηράκλειο και τάφηκε, στις 6 του Νοέμβρη, ψηλά στο ενετικό φρούριο Μαρτινέγκο, σ’ ένα λιτό μνήμα, καμωμένο από πέντε μεγάλες πέτρες, από ισάριθμα μέρη της Κρήτης κι έναν πιο λιτό ξύλινο σταυρό, από ακατέργαστο ξύλο καστανιάς, ενώ σε μια πλάκα γράφηκε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αποφθέγματα που γεμίζουν το ανεπανάληπτο σε όγκο και σε αξία συγγραφικό έργο του: «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος».
Ο Ν. Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 18-2-1883. Σπούδασε στη Νάξο, στο Ηράκλειο, στην Αθήνα και στο Παρίσι. Πήρε μέρος ως εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους. Από πολύ νέος επιδόθηκε στη συγγραφή διηγημάτων, μυθιστορημάτων, θεατρικών έργων, ποιημάτων, ενώ παράλληλα έκανε μεταφράσεις από την αρχαία ελληνική γραμματεία (Ιλιάδα- Οδύσσεια του Ομήρου, μαζί με τον Ι. Κακριδή) και από ξένα λογοτεχνικά έργα. Παράλληλα ταξίδευε συνεχώς στην Ελλάδα, αλλά και σε όλο τον κόσμο, συχνά ως απεσταλμένος ελληνικών εφημερίδων (όπως στον ισπανικό Εμφύλιο, ως απεσταλμένος της «Καθημερινής»), ενώ κατέγραψε τις εντυπώσεις του σε μια σειρά βιβλίων με τον γενικό τίτλο «Ταξιδεύοντας». Είναι ίσως ο πολυγραφότερος Έλληνας συγγραφέας και σίγουρα ο πλέον μεταφρασμένος σε ξένες γλώσσες, (41 συνολικά).
Για τον Ν. Κ. ο πανεπιστημιακός Γιώργος Κουμάκης γράφει, μεταξύ άλλων: « Το έργο του Ν. Καζαντζάκη, αν έχει σημειώσει τόσο ευρεία διάδοση, αν έχει βρει τόσο βαθιά απήχηση στις ψυχές ανθρώπων διαφόρων εθνικοτήτων και ανόμοιων πολιτικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων, αν επιβλήθηκε και καταξιώθηκε στα χρόνια μας, αν απέκτησε παγκόσμια φήμη και κέρδισε μεγάλες πιθανότητες να παραμείνει κλασικό στη ροή των αιώνων, ένα έργο δηλαδή πάντα επίκαιρο, αυτό ίσως οφείλεται περισσότερο στο στέρεο φιλοσοφικό του υπόβαθρο και λιγότερο στην απλή και περίτεχνη λογοτεχνική του μορφή και πλοκή, που κρατά πάντα σταθερά ζωηρό το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ο Καζαντζάκης είναι ίσως μοναδικό φαινόμενο εργατικότητας στα ελληνικά γράμματα και από τα παραγωγικότερα πνεύματα σε παγκόσμιο επίπεδο. Η «Οδύσσειά» του είναι το μεγαλύτερο έπος της λευκής φυλής. Σ’ αυτήν αναπτύσσονται ιδέες που υπάρχουν συμπυκνωμένες στην «Ασκητική» του και που είναι διάχυτες σ’ όλα του τα έργα. Η «Αναφορά στον Γκρέκο» αποτελεί κι αυτή μια συνοπτική έκθεση των αντιλήψεών του γύρω από τον κόσμο και τη ζωή.
Μελέτησε και αντιμετώπισε κριτικά τα παγκόσμια ιδεολογικά ρεύματα, στα οποία βρήκε τις αφετηρίες και κατευθυντήριες γραμμές του στοχασμού του. Στο έργο του όμως διακρίνεται έντονα η προσωπική του σφραγίδα. Αυτά που μελέτησε ήταν κυρίως έργα φιλοσόφων και λογοτεχνών, από τους οποίους επηρεάστηκε η σκέψη του…
Η ορμητική σκέψη του, η χειμαρρώδης γλώσσα, η απαράμιλλη εκφραστική ικανότητα, η δημιουργική φαντασία, η βαθιά αίσθηση της πραγματικότητας και προ πάντων η λογική τεκμηρίωση των απόψεών του τον ανέδειξαν δικαιολογημένα σ’ ένα από τα λαμπρότερα και καθολικότερα πνεύματα όλων των εποχών…».
Λέμε ξανά ότι θα μπορούσαμε να παραθέσουμε πλήθος αναφορές στον παγκόσμιας εμβέλειας και ακτινοβολίας Ν. Καζαντζάκη. Λέμε μόνο ότι, παρ’ όλα αυτά, ο όγκος, το βάθος και το ύψος του έργου του μεγάλου Κρητικού προσφέρονται πάντα για μελέτη και ανάλυση. Προσωπικά ανήκω στη γενιά αυτών που μεγάλωσε και ανδρώθηκε πνευματικά κάτω από την επήρεια του Καζαντζάκη, είχα την τύχη μάλιστα να πάρω μέρος, ως σπουδαστής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ηρακλείου, στο 1ο φιλολογικό μνημόσυνο του Ν. Καζαντζάκη, το 1960, αν και είχα συνέπειες γι’ αυτό! Αποφεύγω να αναφέρω και άλλα σχετικά, για τα οποία ωστόσο αισθάνομαι ευτυχής, αν όχι υπερήφανος…
Από το πλήθος των έργων του θα μπορούσε να ξεχωρίσει κανείς την «ΑΣΚΗΤΙΚΉ», τον «Βίο και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», τον «Καπετάν Μιχάλη», το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», το «Αναφορά στον Γκρέκο», τον «Τελευταίο πειρασμό», το «Ο φτωχούλης του Θεού», τις «Αδερφοφάδες», το «Ο βραχόκηπος», ενώ η ποιητική του «Οδύσσεια» είναι ένα τεράστιο έπος, αποτελούμενο από 33.333 δεκαεφτασύλλαβους στίχους. Ένα δείγμα:
« Φωνάζει αλάργα η βάρδια του βουνού, καράβι κατεβαίνει,
φωνάζει ευτύς η βάρδια του γιαλού, «μες στο λιμάνι εμπήκε»,
φωνάζει ο Δοξαράς* κι αρπάει τη γης: «Κρήτη καλώς σε βρήκα».
*«Δοξαράς: Ο Οδυσσέας του Καζαντζάκη

Οι κατά πολλούς αιρετικές πολιτικές και θρησκευτικές του ιδέες έγιναν αιτία ώστε ο Καζαντζάκης να υποστεί διώξεις, ενώ αποκλείστηκε από την Ακαδημία Αθηνών χάριν του …Σωτ. Σκίπη, στις τρεις φορές δε που προτάθηκε για το Νόμπελ Λογοτεχνίας δεν δικαιώθηκε, κυρίως εξ αιτίας παρεμβάσεων από πολιτικούς και εκκλησιαστικούς κύκλους της Ελλάδας.
(όλο το ως εδώ κείμενο δεν διαβάστηκε και αντ’ αυτού διάβασα 10 στίχους από την ανεπα νάληπτη «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη –Ε, 355-365):
Όλη ’ναι η θάλασσα αργαλειός, κι η Κρήτη κάθεται και υφαίνει,
Χαρά στα μάτια, αδέρφια, που αξιωθούν στο πέλαο να τη δούνε!
Αν είσαι μαραζάρης ξεπετάς, αν είσαι οκνός θεριεύεις,
κι αν πέσαν συφορές απάνω σου ξεφεγγαρίζει ο νους σου
κι όλον το μαύρο πόνο τον ξεχνάς κι ασκώνοντας τα χέρια
βλογάς τον κύρη και τη μάνα σου που σε γεννοσπορίσαν!
Βουβός τα μάτια του άνοιγε, τ’ αυτιά, τα φρένα του ο Δυσσέας
και πέφταν Κρήτη, κάστρα κι ευωδιές μες στις φαρδιές του στέρνες.
Φωνάζει αλάργα η βάρδια του βουνού… (δες παραπάνω)

Στη συνέχεια μπήκα στο θέμα του αφιερώματος, όπως σημειώνεται παρακάτω, σημειώνοντας τα σημεία που παραλείφθηκαν

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άγιον Όρος

Είναι γνωστό πως ο Ν. Καζαντζάκης, νέος ακόμη, σε μια περίοδο φιλοσοφικών και θρησκευτικών αναζητήσεων, επισκέφτηκε, μαζί με τον, συνομίληκό του σχεδόν, μεγάλο Έλληνα ποιητή και φίλο του Άγγελο Σικελιανό, το Άγιον Όρος. Υπάρχουν διηγήσεις ότι παρέμεινε, μια νύχτα τουλάχιστον, στον Πολύγυρο, στο πατρικό σπίτι των Ζογλοπίτηδων, μερικοί μάλιστα υποστηρίζουν ότι εδώ, στον Πολύγυρο, και όχι στο Όρος, γνώρισε τον Γιώργο Ζορμπά, ο οποίος τον επηρέασε πολύ στη φιλοσοφία ζωής που διαμόρφωσε, προχώρησε μαζί του στην αποτυχημένη επιχείρηση εκμετάλλευσης μεταλλείου στην Πελοπόννησο και, κυρίως, του ενέπνευσε το θαυμάσιο μυθιστόρημά του «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά».
Από το ταξίδι του Ν. Καζαντζάκη στο Άγιον Όρος παραθέτω παρακάτω κάποια αποσπάσματα, όπως και κάποιες απόψεις του για τον φίλο και σύντροφό του στο ταξίδι, τον Άγγ. Σικελιανό. Λέει στο βιβλίο του «Αναφορά στον Γκρέκο» (έκδοση 1961, σελ. 229 κ. ε.): στο κεφάλαιο με τίτλο «Ο φίλος μου ο ποιητής –Άγιον Όρος».

«…Μα μια μέρα έλαμψε φως. Τη μέρα εκείνη στην Κηφισιά συναντήθηκα μ’ ένα νέο της ηλικίας μου που χωρίς διακοπή αγάπησα και τίμησα κι ήταν από τους λίγους που η παρουσία του μου ήταν πιο ευχάριστη από την απουσία του. Ήταν πολύ ωραίος, και το ’ξερε∙ ήταν μεγάλος λυρικός ποιητής, και το ’ξερε∙ είχε γράψει ένα μεγάλο τραγούδι θαμαστό∙ ποιητική ατμόσφαιρα, στίχος, γλώσσα, αρμονία μαγική, δε χόρταινα να το διαβάζω και να το χαίρουμαι. Ήταν ο ποιητής ετούτος από το γένος των αϊτών∙ με το πρώτο τίναγμα των φτερών του έφτανε στην κορυφή…
Είχε αρχοντιά μεγάλη, σπάνια χάρη κι ευγένεια, να τον έβλεπες να μιλάει και να λάμπει έξαλλο το γαλάζιο μάτι του ή να τον άκουες να απαγγέλνει τραγούδια του και να τραντάζουν τα τζάμια του σπιτιού, καταλάβαινες πώς θα ’ταν οι αρχαίοι ραψωδοί που, στεφανωμένοι με κληματόφυλλα ή μενεξέδες, γύριζαν από παλάτι σε παλάτι και μέρωναν με το τραγούδι τους τους ανθρώπους που ήταν ακόμη θεριά. Αληθινά, από την πρώτη στιγμή που τον είδα, ένιωσα πως ο νέος αυτός τιμάει το ανθρώπινο γένος. Γενήκαμε ευτύς, απότομα, φίλοι∙ τόσο πολύ διαφέραμε οι δυο μας που μαντέψαμε μονομιάς πως ο ένας είχε ανάγκη από τον άλλον και πως οι δυο μαζί θ’ αποτελούσαμε τον άρτιο άνθρωπο…».
(Σημείωση: Το «τραγούδι» του Σικελιανού, όπως το χαρακτηρίζει ο Ν. Κ., πρέπει να ήταν το σπουδαίο ποίημά του « Ο αλαφροϊσκιωτος», το οποίο είχε γράψει ο ποιητής το 1914, όταν ταξιδεύει με τον Κ. στο Άγ Όρος. Είναι από τα πιο σημαντικά ποιητικά έργα του Σ. και θεωρείται έργο –καμπή στην πλούσια ποιητική δημιουργία του μεγάλου αυτού νεοέλληνα ποιητή).

Αυτοί, λοιπόν, οι δυο κορυφαίοι πνευματικοί Έλληνες, αποφασίζουν, δήθεν τυχαία, να πάνε στο Άγιον Όρος:
-«… Το Άγιον Όρος! Φώναξα.
Το πρόσωπο του φίλου μου έλαμψε.
- Αυτό ήθελα! Φώναξε. Χρόνια και χρόνια αυτό ήθελα∙ πάμε!
Άνοιξε τα μπράτσα, μ’ έσφιξε στην αγκαλιά του.
- Είσαι έτοιμος; είπε∙ να βάλουμε τα σιδερένια μας ποδήματα, δράκοι δεν είμαστε; Να βάλουμε τα σιδερένια μας ποδήματα, να πατήσουμε το Άγιον Όρος.

(Οι επόμενες 16 σειρές δεν διαβάστηκαν)
Έβρεχε. Η κορυφή του Άθω, τυλιγμένη σε πυκνήν αντάρα, είχε αφανιστεί. Η θάλασσα ήταν ήσυχη, πηχτή, λασπωμένη∙ ένα Μοναστήρι, ανάμεσα στις μαυρισμένες από τη βροχή καστανιές, γυάλιζε κάτασπρο. Έβρεχε σιγά, ποτιστικά, κι ο ουρανός είχε κατέβει ως τις κορυφές των δέντρων∙ πέντ’ έξι καλόγεροι, όρθιοι στην αποβάθρα, βρέχουνταν σαν κυπαρίσσια.
Δίπλα μας, στη βάρκα που μας έβγαζε στο λιμανάκι του Αγίου Όρους, τη Δάφνη, δυο καλόγεροι κουβέντιαζαν∙ ο ένας, ο πιο νέος, με αριά μαύρα γενάκια, μ’ ένα βαρύ ταγάρι στην αμασκάλη, έλεγε:
- Να τον ακούσεις να ψέλνει, ξεχνάς τον κόσμο∙ πιο γλυκιά από πατέρα και μάνα η φωνή του.
Κι ο άλλος απαντούσε:
- Τι κάθεσαι και μου λες; Εμείς έχουμε ένα κότσυφα στο Μοναστήρι που ψέλνει το ‘Κύριε εκέκραξα’ και το ‘Χριστός Ανέστη’ και σαστίζει ο νους σου∙ τονε λέμε πάτερ Κότσυφα∙ κι έρχεται στην εκκλησιά μαζί μας∙ και τη Σαρακοστή νηστεύει.
-Δε θα ’ναι κότσυφας, πάτερ Λαυρέντιε, είπε ο νέος συλλογισμένος, δε θα ’ναι κότσυφας…

κατεβαίνουν από τη βάρκα, στη Δάφνη
Πατήσαμε τ’ άγια χώματα…Με τα σακίδια στη ράχη, ακουμπώντας στα χοντρά πουρναρίσια ραβδιά μας, ανηφορίζαμε ανάμεσα από πυκνές μεσογυμνωμένες καστανιές και σκίνα και πλατύφυλλες δάφνες το καλντερίμι που έφερνε στις Καρυές. Ο αέρας, έτσι μας φάνηκε, μύριζε μοσκολίβανο∙ σα να ’χαμε μπει σε τεράστια εκκλησιά, με θάλασσα, με δάση καστανιές, με βουνά, κι από πάνω, αντί για θόλο, ένας ξέσκεπος ουρανός. Στράφηκα στο φίλο μου:
-Γιατί δε μιλούμε; είπα θέλοντας να ξεσκίσω τη σιωπή που άρχισε να βαραίνει.
- Μιλούμε, αποκρίθηκε ο φίλος μου αγγίζοντας ελαφρά τον ώμο μου, μιλούμε, με τη γλώσσα των αγγέλων∙ τη σιωπή.
Κι άξαφνα, θαρρείς και θύμωσε:
-Τι θες να πούμε; Πως είναι όμορφα, πως η καρδιά μας έκανε φτερά και θέλει να φύγει, πως μπήκαμε σ’ ένα δρόμο που φέρνει στον Παράδεισο; Λόγια, λόγια, σώπα!...


(Οι επόμενες 7 σειρές δεν διαβάστηκαν)
Ύστερα από λίγες μέρες, στον Άγιον Όρος, ένας ασκητής μεσοπάλαβος, σκαρφαλωμένος σε μια σπηλιά πάνω από τη θάλασσα, μου ’πε ένα λόγο και με αποστόμωσε.
-Έχασες το μυαλό σου, δυστυχισμένε, του ’πα για να τον πειράξω.
Κι αυτός γέλασε:
-Έδωκα το μυαλό μου, είπε, και πήρα το Θεό∙ πάει να πει: έδωκα μιαν κάλπικη πεντάρα κι αγόρασα τον Παράδεισο. Τι λες, τέκνον μου, ψώνισα καβαλάρης;


Φτάνουν στις Καρυές, στο Πρωτάτο. Κι ύστερα ξεκινούν…
… Άρχισε η πορεία. Σαν τους παλιούς προσκυνητές, σιγά κουβεντιάζοντας για το Θεό, για τη μοίρα του ανθρώπου και για το δικό μας το χρέος –αυτά τα τρία επίμονα θέματα όλης μας της διαδρομής – οδεύαμε από Μοναστήρι σε Μοναστήρι, από θάμα σε θάμα, εκστατικοί κι ευτυχισμένοι. Κρατούσα ημερολόγιο και κατάγραφα το βράδυ τη σοδειά της μέρας∙ έχει κιτρινίσει πια, ύστερα από σαράντα χρόνια, το ξεφυλλίζω και ξαναζώ όλες εκείνες τις θεϊκές απίστευτες μέρες…


Μονή Ιβήρων, 19 Νοεμβρίου: (δεν διαβάστηκε)
Όπου πηγαίναμε, ένας αμίλητος καλόγερος μας ακολουθούσε, χλωμός, αρρωστιάτης, ακατάπαυτα έβηχε, έφτυνε, ξύνουνταν, μα το πρόσωπό του έλαμπε ευτυχισμένο.
- Θα ’ναι τρελός, είπε ο φίλος μου.
- Θα ’ναι άγιος, είπα εγώ∙ δε βλέπεις το πρόσωπό του πώς λάμπει; Σα να πέφτει απάνω του ένας ήλιος.
Σταθήκαμε, ζύγωσε:
-Είμαι ο πάτερ Λαυρέντιος, μας είπε∙ θα ’χετε ακουστά, ο παλαβός.
- Είσαι ευτυχισμένος, του ’πε ο φίλος μου∙ μπήκες ζωντανός στον Παράδεισο∙ το πρόσωπό συ λάμπει.
- Δόξα σοι ο Θεός, αποκρίθηκε ο καλόγερος κι έκαμε το σταυρό του. Ό,τι λεν οι άλλοι παλαβομάρα, εγώ το λέω Παράδεισο. Μα βρήκα ζόρε μεγάλο ν’ ανοίξω την πόρτα.
- Ποιαν πόρτα.
- Του Παράδεισου, αδελφέ μου. Στην αρχή, όταν μπήκα στο Μοναστήρι, έκλαιγα, έτρεμα, φοβόμουν. Συλλογίζουμουν τον Παράδεισο κι έκλαιγα, συλλογίζουμουν την Κόλαση κι έκλαιγα. Μα ένα πρωί σηκώθηκα. «Γιατί να κλαίω;» είπα∙ «δεν είναι ο Θεός πατέρας μας; δεν είμαστε παιδιά του; γιατί το λοιπόν να φοβούμαι;». Κι από τη μέρα εκείνη με λένε παλαβό.
Έβγαλε από τον κόρφο του και μας έδωκε ένα ξεροκόμματο ψωμί.
-Είναι άρτος των αγγέλων, είπε∙ φάτε∙ φάτε να κάμετε κι εσείς φτερά, κακομοίρηδες!

Αφού περιγράφει την επίσκεψη και διαμονή στη Μονή Ιβήρων, φτάνουν, στις 21 Νοεμβρίου, στη Μονή Σταυρονικήτα. Λέει, ανάμεσα στα άλλα:

Μονή Σταυρονικήτα, 21 Νοεμβρίου. Θαμαστό ύψος πάνω από τη θάλασσα∙ ο γέρο –θυρωρός, παμπάλαιο ναυάγιο από την Κρήτη, με αρπάζει από το χέρι:
- Ε, ποιος είσαι;
- Κρητικός.
- Έμπα μέσα!
Σ’ ένα κελί, καλογεράκια μαθαίνουν τη βυζαντινή μουσική και συλλαβίζουν μεγαλόφωνα τις πρώτες νότες∙ κρατούν σαν αναμμένη λαμπάδα την παράδοση στα παιδικά άπλυτα χέρια τους.
Απάνω από τον πύργο της Μονής τι γιγάντιο τόξο τεντωμένο η θάλασσα!
Και πιο πέρα, στο ίδιο Μοναστήρι: Τι μεστό νόηση και πρόωρη θεία σοβαρότητα το κεφάλι του δωδεκαετή Χριστού! μέτωπο απόγκρεμο, πυργωτό, στήθος αφράτο, μάτι βαθύ και συλλογισμένο∙ αληθινά γιος της Πορταϊτισσας. Μια μεγάλη εικόνα: ο Άγιος Νικόλαος ο Στρειδάς∙ είχε καρφωμένο στο κούτελό του ένα μεγάλο στρείδι∙ και τα χέρια του θαρρούσες έσταζαν αρμύρα
- Πότε θα δω κι εγώ το Θεό; ρώτησα (τον πάτερ Φιλήμονα).
- Εύκολο, πολύ εύκολο, αποκρίθηκε∙ άνοιξε τα μάτια σου και θα τον δεις…


Στη συνέχεια φτάνουν στη Μονή Παντοκράτορα. Γράφει:

Μονή Παντοκράτορα. Πριν τα ξημερώματα, στο περιαύλι της Μονής ακούστηκε αχός γλυκύτατος, μελωδία μαυλιστική. Πετάχτηκα στο παράθυρο κι είδα στο μεσόφωτο της αυγής ένα καλόγερο με μακριά μαύρη σκέπη πανωκαλύμμαυκο να κρατάει ένα μακρουλό ξύλινο χεροσήμαντρο και να το χτυπάει ρυθμικά μ’ ένα σφυράκι. Προχωρούσε αργά, πήγαινε από κελί σε κελί γύρα στην αυλή και καλούσε τους αδελφούς στον όρθρο. Ξύπνησε κι ο φίλος μου, ακούμπησε δίπλα μου στο παράθυρο κι αφουκραζόμασταν κι οι δυο, ευτυχισμένοι. Σώπασε το σήμαντρο, ντυθήκαμε, κατεβήκαμε στην εκκλησιά. Σκοτάδι∙ δυο καντήλια μονάχα αναμμένα μπροστά από τα κονίσματα του Χριστού και της Μάνας του, στο τέμπλο∙ μοσκοβολούσε ο αγέρας κερί και ροδολίβανο.
Ήσυχα, γλυκά, σα φουρφούρισμα δέντρου, σα στεναγμός θάλασσας, άρχισαν οι ψαλμοί του όρθρου…


Πολλά γράφει για την επόμενη Μονή, αυτή του Βατοπεδίου. Λέει, ανάμεσα στα άλλα:
Μονή Βατοπεδίου. Πρωί ’ταν από τον Παράδεισο, τρυφερό, γεμάτο από το έλεος του Θεού, όταν ζυγώναμε στο ξακουστό Βατοπέδι. Σα να ’ταν λες η Πέμπτη μέρα της Δημιουργίας και δεν είχε ακόμα ο Θεός πλάσει τον άνθρωπο να χαλάσει τη δημιουργία του κόσμου. Αγάλια άνοιγε σαν τριαντάφυλλο η ανατολή, και μικρά ροδομάγουλα συννεφάκια σαν αγγελόπουλα πρόβαιναν από την άκρα τ’ ουρανού και σιγά σιγά μεγάλωναν, θαρρείς και κατέβαιναν στη γης. Ένα κοτσύφι, με τη δροσούλα ακόμα στα φτερά, στάθηκε στη μέση του δρόμου, μας κοίταξε∙ μα δε φοβήθηκε, δεν αναμέρισε∙ σα να μην ήταν κότσυφας, παρά πνέμα αγαθό και μας γνώριζε. Μια μικρούλα κουκουβάγια, απάνω σε μια πέτρα, είχε κιόλας ζαλιστεί από το φως κι έμενε ήσυχη, ακίνητη, και περίμενε τη νύχτα.
Δε μιλούσαμε∙ νιώθαμε κι οι δυο πως εδώ η φωνή του ανθρώπου, όσο κι αν θα ’ταν γλυκιά και σιγανή, θ’ αντηχούσε στριγγιά και παράταιρη∙ κι όλο το μαγικό μαγνάδι που μας περιτύλιγε θα σκίζουνταν. Προχωρούσαμε αναμερίζοντας τα χαμηλά κλαδιά από τα πεύκα και ραντίζουνταν το πρόσωπό μας και τα χέρια μας από τις πρωινές δροσοστάλες.
Μ’ έπνιγε η ευτυχία∙ στράφηκα στο φίλο μου, άνοιγα το στόμα μου να του πω: «Τι ευτυχία είναι ετούτη!...» μα δεν τόλμησα∙ ήξερα πως αν μιλούσα, τα μάγια θα σκόρπιζαν. Θυμούμαι κάποτε στον Ταϋγετο, απάνω από τη Σπάρτη, κατά το δείλι, είχα δει μια αλεπού να προχωράει αλαφροπάτητη, με τεντωμένο το λαιμό, με τη φουσκωτήν ουρά ολόρθη κι έριχνε μακρύ μενεξεδένιο ίσκιο απάνω στις πέτρες. Κράτησα την αναπνοή μου να μην πάρει μυρωδιά και φύγει∙ μα δεν πρόλαβα να κρατήσω τη χαρά, κι άθελά μου μου ξέφυγε μια μικρή κραυγή∙ μα η αλεπού την άκουσε, και πριν προφτάσω να δω κατά πού πήγε, γίνηκε άφαντη.
Τέτοια μου φάνταξε πάντα η ζωή του ανθρώπου κι η ευτυχία.
Άξαφνα κουβέντες ακούστηκαν και γέλια∙ είχαμε πια φτάσει στο Μοναστήρι, και δυο καλοθρεμμένοι καλόγεροι κάθουνταν σ’ ένα πεζούλι στην οξώπορτα και χοράτευαν με τον πορτάρη.
Σταθήκαμε απότομα, σα να ’χαμε δει φίδι∙ ο φίλος μου με κοίταξε, κούνησε το κεφάλι:
- Όνειρο ήταν, είπε∙ θαρρέψαμε μια στιγμή πως δεν υπάρχουν άνθρωποι…
- Κρίμα, αποκρίθηκα, ήταν αυτός ο αληθινός Παράδεισος, περίσσια ανώτερος από τον άλλο∙ όχι πια άντρας και γυναίκα σεριανούσαν κάτω από τα δέντρα του Θεού, παρά δυο φίλοι. Μα να, έτρεξε όχι ο άγγελος με τη ρομφαία, παρά ο άνθρωπος με τη φωνή του και μας έδιωξε.
Φώναζαν οι δυο καλόγεροι δυνατά, πείραζαν τον πορτάρη. Και δώστου σκούσαν στα γέλια. Μα ως μας είδαν σώπασαν∙ συμμάζεψαν τις κοιλιές τους, σηκώθηκαν.
- Καλώς ορίσατε, με την ευκή του Θεού, είπαν κι άπλωσαν τα χέρια τους να τα φιλήσουμε.
- Καλά περνάτε, άγιοι πατέρες, είπε ο φίλος μου κοιτάζοντας τις κοιλιές τους και τα κόκκινα μάγουλα –δε μπορούσε ακόμα να τους συχωρέσει που μας έδιωξαν από τον Παράδεισο.
(Οι επόμενες 25 σειρές - ως: Βατοπεδίτες -, δεν διαβάστηκαν)
- Απαρνηθήκαμε τον ψεύτη κόσμο και τις χαρές του, είπε ο ένας, ο ξανθογένης.
Δε μιλήσαμε∙ μα ο άλλος, ο μαυρογένης, πετάχτηκε:
- Τι μας κοιτάζετε και παραξενεύεστε. Η προσευχή θρέφει περισσότερο κι από το κρέας.
Μας είχαν ζυγώσει, κι η αναπνοή τους μύριζε ανυπόφορα σκόρδο.
- Πάμε μέσα, είπαμε, να προσκυνήσουμε.
Βιαζόμασταν να γλιτώσουμε από τους δυο τούτους σκορδοκαλόγερους…
Ήρθε ο αρχοντάρης, γαλανομάτης, με τριανταφυλλένιο δέρμα, καλοζωισμένος, πεντακάθαρος, με άσπρη μεταξωτή γενειάδα. Μας καλωσόρισε, μπήκε μπροστά, τον ακολουθήσαμε∙ πλούσιο Μοναστήρι, πολιτεία ολόκληρη, με ξενώνες, με φρεσκοβαμμένα παράθυρα, με ηλεχτρικό φως, με περιβόλια απάνω από τη θάλασσα. Οι καλόγεροι είχαν τώρα σηκωθεί από την Τράπεζα, κάθουνταν απόξω από τα κελιά τους και χώνευαν στον ήλιο. Μπήκαμε στην εκκλησιά, προσκυνήσαμε τις ξακουσμένες εικόνες, την Παναγία την Παραμυθία, την Κτητόρισσα, τη Βηματάρισσα, την Αντιφωνήτρια, την Εσφαγμένη και την Ελαιοβρώτιδα. Μας άνοιξαν μια πολύτιμη λειψανοθήκη κι ασπαστήκαμε την Αγία Ζώνη της Παναγίας. Θυμήθηκα τους δυο καλόγερους που την είχαν φέρει στην Κρήτη όταν ήμουν παιδί κι έτρεχε ο λαός στην εκκλησιά του Άι Μηνά και την προσκυνούσε∙ και κρατούσαν μια σακούλα οι καλόγεροι και γέμιζε ασημένια μετζήτια και λίρες και χρυσά σκουλαρίκια κι αρραβώνες∙ κι εγώ δεν είχα τίποτα να δώσω στη χάρη Της, έψαξα στην τσέπη μου, βρήκα ένα κοντύλι και το ’ριξα στη σακούλα.
Βγήκαμε στην αυλή, ανεβήκαμε στον ξενώνα∙ μας είχαν στρώσει πλούσιο τραπέζι, με όλα τα ελέη του Θεού.
- Καλά περνούμε, έκαμε ο φίλος μου που αγαπούσε το καλό φαϊ, καλά και περίκαλα, σαν καλόγεροι Βατοπεδίτες…
Γέλασε∙ μα ευτύς ένας ίσκιος πλάκωσε το πρόσωπό του:
- Ντροπή να γελούμε, είπε∙ το Μοναστήρι ετούτο πλακώνει την καρδιά μου∙ είδες τους καλόγερους; Όλοι καλοθρεμμένοι∙ αν κατέβαινε πάλι ο Χριστός στη γης και τύχαινε να περάσει από το Βατοπέδι, πώς θα χελιδόνιζε το φραγγέλιο απάνω από τις κεφαλές τους! Πάμε να φύγουμε.
- Πού να πάμε; Όχι το Μοναστήρι ετούτο μονάχα, ο κόσμος ολάκερος –δεν το νιώθεις;- πλακώνει την καρδιά μας. Παντού άλλοι πεινούν, άλλοι αναγλείφονται χορτάτοι∙ παντού αρνιά και λύκοι∙ ή θα φας ή θα σε φάνε. Ένας νόμος ακόμα στον κόσμο τούτον είναι απαραβίαστος: ο νόμος της ζούγκλας.
- Μα δεν υπάρχει λοιπόν σωτηρία; Δεν υπάρχει ένα ζώο αγαθό συνάμα και δυνατό, που να μην τρώει τους άλλους μήτε και να τρώγεται από τους άλλους;
- Δεν υπάρχει, μα γίνεται∙ ένα ζώο κίνησε από χιλιάδες χρόνια να φτάσει, μα ακόμα δεν έφτασε.
- Ποιο ζώο;
- Ο πίθηκος∙ βρισκόμαστε ακόμα στα μισά του δρόμου, στον πιθηκάνθρωπο. Κάνε υπομονή.
- Ο Θεός μπορεί να κάνει υπομονή, τι του κοστίζει ο καιρός; είναι αθάνατος∙ μα ο άνθρωπος;
- Αθάνατος είναι κι αυτός, αποκρίθηκα∙ μα όχι ολόκληρος∙ κι αυτό που μέσα του είναι αθάνατο μπορεί να κάνει υπομονή…

(Το παρακάτω απόσπασμα για τη Μονή Καρακάλλου δεν διαβάστηκε)

Μονή Καρακάλλου. Τα σύννεφα σκέπαζαν την κορφή του Άθω και τα πόδια του∙ στη μέση μια φαρδιά ζώνη λεύτερη, κι έλαμπαν τα χιόνια. Ο αγωγιάτης τρέχει μπροστά και ρίχνει μιαν τουφεκιά∙ μέσα από τα έλατα ακούγεται γιορτάσιμη η καμπάνα του Μοναστηριού, κι ο ηγούμενος με επίσης Επίτροπους προβαίνει στο κατώφλι, με την αψηλή ηγουμενική πατερίτσα, να επίσης υποδεχτεί.
Μπαίνουμε στην Τράπεζα, στενόμακρη, με κολόνες βαμμένες γαλάζιες και μαύρες∙ ο ηγούμενος, αυστηρός, λιγομίλητος, μαυρογένης, στην κορφή του τραπεζιού∙ από πάνω του άγριος, με μαζεμένα τα φρύδια, καμωμένος με μαύρες και πράσινες μπογιές, ο Χριστός. Ψηλά, σ’ ένα μικρό άμβωνα, ο διαβαστής, ένα χλωμό καλογεράκι, αναγνώθει με ψαλμωδικιά μονότονη φωνή βίους αγίων. Όλοι σκυμμένοι στα πιάτα επίσης, κανένας δε μιλάει∙ ο ηγούμενος με βίας αγγίζει το ψωμί του και το φαϊ∙ κι άξαφνα χτυπάει τρεις φορές ένα μικρό καμπανάκι δεξά του∙ όλοι, μισοφαγωμένοι, μασουλίζοντας, πετιούνται απάνω∙ ο τραπεζάρης τρέχει, βάζει μετάνοια στον ηγούμενο και παίρνει την ευκή∙ ύστερα βάζει μετάνοια ο διαβαστής και ζητάει να του συχωρέσει αν διάβασε άσκημα∙ έρχεται σ’ ένα δισκάκι το Ύψωμα, ένα κομμάτι ψωμί, και το τσιμπάει καθένας και το γεύεται σαν άγιο αντίδωρο…

(Επίσης το παρακάτω απόσπασμα για τη Μονή Φιλοθέου δεν διαβάστηκε)

Μονή Φιλοθέου. Θαμαστός περίπατος μέσα στην ομίχλη∙ χαριτωμένες ψηλόλιγνες λεύκες, πνιγμένες στον κισσό∙ ένας απαίσιος καλόγερος, κοκαλιάρης, κοκκινοτρίχης, φλύαρος, ο Ιωαννίκιος, όλο και μας μιλούσε για την αδερφή του την Καλλιρόη, τη δαιμονιζόμενη∙ είχε κι αυτός, λέει, δυο δαιμόνους μέσα του, τον ένα τον λένε Χότζα, τον άλλο Ισμαήλ∙ αυτοί οι καταραμένοι πάνε κόντρα στο Θεό, κόντρα στον Ιωαννίκιο∙ τη Σαρακοστή θένε να φάνε κρέας, και τη νύχτα τονε σπρώχνουν να κατέβει σιγά σιγά τις σκάλες και να μπει στο μαγερειό, να φάει ό,τι φαγιά περίσσεψαν από την Τράπεζα. Και ξημερώματα, όταν ακούσουν το σήμαντρο, ο Ισμαήλ και ο Χότζας, ανάθεμά τους, σέρνουν φωνές: «Δεν πάω! Δεν πάω! Δεν πάω!»…

Μετά το Βατοπέδι, περνούν από τις Μονές Καρακάλλου και Φιλοθέου, και, στη συνέχεια, φτάνουν στην ονομαστή Μονή Αγίας Λαύρας. Γράφει, ανάμεσα στα άλλα:

Μονή Αγίας Λαύρας. Πρωί πρωί φεύγουμε∙ βιαζόμαστε να δούμε την ξακουσμένη Μεγάλη Λαύρα, το Μοναστήρι που έχτισε ο τραγικός αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς, με τη λαχτάρα να πετάξει από πάνω του την κορόνα και να καταφύγει εδώ ν’ ασκητέψει. Μα δεν τον αφήκε η άλλη λαχτάρα, της γυναίκας, κι όλο ανέβαλλε, ανέβαλλε και περίμενε… Κι ήρθε το σπαθί του πιο πιστού φίλου του και του ’κοψε το λαιμό.
Μας άνοιξαν την περίφημη σταυροθήκη, καταστόλιστη με πολύτιμα πετράδια και μαργαριτάρια∙ και μέσα ένα μεγάλο κομμάτι τίμιο ξύλο∙ έτρεμε η φωνή του καλόγερου από τη συγκίνηση, κι εγώ συλλογίζουμουν το λόγο ενός αληθινού χριστιανού: «Όλα τα ξύλα είναι τίμια, γιατί απ’ όλα μπορείς να κάμεις σταυρό». Ύστερα την ολόχρυση στολή του Νικηφόρου Φωκά…
Θαμάζαμε, ξεφωνίζαμε ο φίλος μου κι εγώ, μα όλα αυτά δεν άγγιζαν την καρδιά μας∙ πιο βαθιά απ’ όλα, με πιότερη ευγνωμοσύνη, θυμούμαι τούτο: τη μυρωδιά από τις δυο μουσμουλιές που άνθιζαν στην είσοδο της Βιβλιοθήκης∙ αναγάλιασε όλο μου το κορμί ανασαίνοντας τη μυρωδιά της μουσμουλιάς που τόσο αγαπώ –γλυκιά, πιπεράτη, πιο μεθυστικιά από κρασί και γυναίκα∙ κι απ’ όλα τα μεγαλεία του κόσμου.
Την άλλη μέρα, πριν ξημερώσει, κινούμε για την κορφή του Άθω. Δεν είχε ακόμα λαλήσει μέσα στο περιαύλι το σήμαντρο, τα πουλιά ακόμα δεν είχαν ξυπνήσει, κατακάθαρος, γαλαχτωμένος ο ουρανός, και λάμπει πέρα κατά την ανατολή σαν εξαφτέρουγο σεραφείμ ο Αυγερινός…
Πήραμε πάλι τον ανήφορο∙ πεύκα, έλατα, γκρεμοί φοβεροί, και κάτω, στο πρωινό ήμερο φως, απλώνονταν, γαληνεμένη σήμερα, η θάλασσα. Όσο πληθαίνει το φως, ξεχωρίζουμε πέρα τα θεία νησιά, την Ίμπρο, τη Λήμνο, τη Σαμοθράκη, να πλένε θαρρείς ανάερα, να μην αγγίζουν τη θάλασσα.
Μπαίνουμε στα χιόνια∙ ο πάτερ Λουκάς πατάει αργά, προσεχτικά, γλιστρούμε και πέφτουμε, προχωρούμε με δυσκολία, με κίντυνο, απάνω στα κρουσταλλωμένα χιόνια. Απάνθρωπο, απόγκρεμο βουνό, κι ο φίλος μου ξαφνικά, που πήγαινε μπροστά, σταμάτησε∙ βαθύς, άπατος γκρεμός, τον έπιασε ζάλη. Στράφηκε σε μένα κατάχλωμος.
-Να γυρίσουμε… μουρμούρισε.
-Δεν είναι ντροπή; είπα εγώ και τον κοίταξα με παράπονο –πολύ ήθελα ν’ ανέβω στην κορφή.
-Είναι… είναι…μουρμούρισε ντροπιασμένος∙ πάμε!
Κι άρχισε πάλι ν’ ανεβαίνει.
… Από την άγια κορφή ετούτη, έχουν να πουν, μπορείς να δεις την Πόλη! είπε ο Λουκάς και γούρλωσε τα μάτια κατά την ανατολή, να ξεκρίνει τη Βασιλεύουσα.
- Την είδες εσύ ποτέ, πάτερ Λουκά;
Ο καλόγερος αναστέναξε.
-Όχι δεν το αξιώθηκα. Φαίνεται δε φτάνουν τα μάτια του κορμιού∙ χρειάζουνται και τ’ άλλα, της ψυχής, και μένα, αλίμονο, η ψυχή μου είναι κοντόφθαλμη…

Στη συνέχεια επισκέπτονται το «περίφημο ζωγραφικό αργαστήρι» των Ιωσαφαίων, όπου έχουν ενδιαφέρουσες συζητήσεις με τους 10 καλόγερους –ζωγράφους. Σημειώνει μάλιστα ημερομηνία: 6 Δεκεμβρίου –του Αγ. Νικολάου. Είναι ήδη κοντά 3 εβδομάδες στο Όρος. Η επόμενη Μονή είναι του Αγ. Παύλου. Γράφει, μεταξύ άλλων:

Δεν διαβάστηκαν οι πρώτες 16 σειρές (ως: καλώς ορίσατε)
Μονή Αγίου Παύλου. Εξαίσια βαρκάδα έως τη Μονή Αγίου Παύλου. Χίλια χρώματα η θάλασσα, ανάλαφρα γαλάζια και πράσινη και σα σεντέφι. Κρεμάμενοι βράχοι κατακόκκινοι, σαν αίμα, μαύρες σπηλιές κι αγριοπερίστερα, και ξάφνου στρωτές κάτασπρες αμμουδιές.
… Ο θυρωρός ήταν Κεφαλονίτης, γέρος παμπόνηρος και χορατατζής∙ κάθεται ολημέρα πίσω από την πόρτα, κρατάει ένα σουγιά και σκαλίζει στο ξύλο μικρά, λέει, Χριστουλάκια κι αγιάκια και δαιμονάκια και περνάει η ώρα του. Τους κοίταξε καλά καλά, γέλασε:
- Τι γυρεύετε εδώ, σερσέμηδες διαβάτες; Ρώτησε.
- Να προσκυνήσουμε, γέροντα.
- Τι να προσκυνήσετε; Είστε στα καλά τους;
- Το Μοναστήρι!
- Ποιο Μοναστήρι; Δεν έχει Μοναστήρι, πάει! Μοναστήρι είναι ο κόσμος∙ γυρίστε πίσω στον κόσμο, το καλό που τους θέλω!
Τον κοιτάζαμε με ανοιχτό το στόμα∙ σα να τους λυπήθηκε.
- Χωρατεύω, είπε, εμπάτε μέσα∙ καλώς ορίσατε.
Μπήκαμε μέσα, κοιτάζαμε γύρα στην αυλή τα κελιά∙ ο καλόγερος άπλωσε το χέρι του:
- Να το μελισσοκόφινο του Θεού, είπε με σαρκασμό∙ να τα κελιά∙ μια φορά κάθουνταν μέσα μέλισσες κι έκαναν μέλι∙ τώρα κάθονται κηφήνες κι έχουν ένα κεντρί, ο Θεός να σε φυλάει! Είπε κι έσκασε στα γέλια.
Δε βγάλαμε άχνα, μα η καρδιά τους πιάστηκε∙ τόσο λοιπόν άδειασε από το άγιο περιεχόμενό του το ιερό Μοναστήρι, τόσο οι καλόγεροι απόμειναν τσόφλια αδειανά και πέταξε από μέσα τους η άγια πεταλούδα!
(Δεν διαβάστηκαν οι επόμενες 13 σειρές)
Πέντ’ έξι καλόγεροι μας …πήραν να προσκυνήσουμε τ’ άγια λείψανα, κόκαλα, και τα Δώρα των Μάγων, χρυσός, λίβανος και σμύρνα, μ’ ευλάβεια φυλαγμένα σε ασημένια λειψανοθήκη. Μας έβαλαν να σκύψουμε να τα μυριστούμε, τόσους αιώνες και μοσκοβολούν, μας έλεγαν, θάμα μεγάλο!
Όταν βγήκαμε στην αυλή κι απομείναμε μόνοι, μας έγνεψε ο πορτάρης, ζυγώσαμε.
-Μυρίζουν, έ; μας είπε χαχανίζοντας∙ Αν τους χύσεις κολόνια, θα μυρίζουν κολόνια, αν τους χύσεις πατσουλί, θα μυρίζουν πατσουλί. Κι αν τους χύσεις μπενζίνα, θα μυρίζουν μπενζίνα. Θάμα μεγάλο, σου λέω! Τι μύριζαν σήμερα;
-Τριαντάφυλλο, έκαμε ο φίλος μου.
- Έ, θα τους έχυσαν ροδόνερο, το λοιπόν!
Έσκυψε στο ξύλο που πελεκούσε και ξεκαρδίζονταν στα γέλια.
- Αντέστε τώρα, μη μας δουν που σας μιλώ και βρω τον μπελά μου∙ με παίρνουν για παλαβό, τους παίρνω εγώ για τσαρλατάνους, όλους θα μας πάρει ο διάολος!

Επόμενη Μονή είναι του Διονυσίου, «το πιο αυστηρό μοναστήρι του Αγίου Όρους», όπως τους λέει ο βαρκάρης. Ανάμεσα στα άλλα σημειώνει:
(δεν διαβάστηκαν οι πρώτες 15 σειρές – ως: τη σταύρωση)
Μονή Διονυσίου. Πρωί πρωί μπήκαμε στη βάρκα και τραβήξαμε κατά τη Μονή Διονυσίου.
Το πιο αυστηρό Μοναστήρι του Αγίου Όρους, μας έλεγε ο πάτερ Βενέδιχτος, ο βαρκάρης μας∙ όσο κέφι κι αν έχεις, δεν μπορείς να γελάσεις, όσο κρασί κι αν πιεις στο Μοναστήρι αυτό, δε μπορείς να μεθύσεις, κι έχουν φυτέψει και μια δάφνη στην αυλή, και στο κάθε φύλλο, αν το καλοκοιτάξεις, θα δεις το Χριστό σταυρωμένο.
Ένας Δεσπότης ήταν μαζί μας, που πήγαινε κι αυτός στο λιμάνι, στη Δάφνη, να φύγει.
-Αλάκερο το Σύμπαντο, πάτερ Βενέδιχτε, είπε, είναι σταυρός, κι απάνω του είναι σταυρωμένος ο Χριστός. Όχι μονάχα τα φύλλα της δάφνης, παρά κι εγώ κι εσύ κι οι πέτρες ακόμα.
Δε βάσταξα.
-Εγώ, να με συμπαθάς, Δέσποτά μου, είπα, βλέπω παντού το Χριστό αναστημένο.
Ο Δεσπότης κούνησε το κεφάλι:
-Βιάζεσαι, βιάζεσαι, παιδί μου, μου αποκρίθηκε∙ θα τον δούμε το Χριστό αναστημένο, όμως μονάχα μετά θάνατο∙ τώρα, όσο ζούμε, περνούμε τη σταύρωση.
Ως μπήκαμε στο περιαύλι, σταθήκαμε τρομαγμένοι∙ σα να μπαίναμε σε ογρή σκοτεινή φυλακή, βαρυποινίτες∙ γύρα χαμηλές κολόνες μαύρες, κι ανάμεσά τους τα τόξα τους βαμμένα σκούρα πορτοκαλιά∙ κι όλος ο τοίχος σκεπασμένος με άγριες ζωγραφιές της Αποκάλυψης –δαιμόνοι και φωτιές της Κόλασης, και πόρνες που τρέχουν από τα στήθια τους δυο ποτάμια αίμα, και φρικαλέοι δράκοι με κέρατα… Όλη η σαδιστική λαχτάρα της Εκκλησίας να φοβερίσει τον άνθρωπο και να τον πάει στον Παράδεισο όχι με την αγάπη αλλά με τον τρόμο…

Σημειώνει και άλλα ενδιαφέροντα για το αυστηρό αυτό Μοναστήρι. Όμως,

Τέλειωνε πια το προσκύνημά μας. Τις παραμονές του μισεμού πήρα τον ανήφορο μοναχός, ν’ ανέβω στ’ άγρια ησυχαστήρια, ανάμεσα στους βράχους αψηλά πάνω από τη θάλασσα, στα Καρούλια. Τρυπωμένοι μέσα σε σπηλιές, ζουν εκεί και προσεύχονται για τις αμαρτίες του κόσμου, καθένας μακριά από τον άλλο, για να μην έχουν και την παρηγοριά να βλέπουν ανθρώπους, οι πιο άγριοι, οι πιο άγιοι ασκητές του Αγίου Όρους. Ένα καλαθάκι έχουν κρεμασμένο στη θάλασσα, κι οι βάρκες που τυχαίνει κάποτε να περνούν, ζυγώνουν και ρίχνουν μέσα λίγο ψωμί, ελιές, ό,τι έχουν, για να μην αφήσουν τους ασκητές να πεθάνουν της πείνας. Πολλοί από τους άγριους αυτούς ασκητές τρελαίνονται∙ θαρρούν πως έκαμαν φτερά, πετούν απάνω από το γκρεμό και γκρεμίζονται∙ κάτω ο γιαλός είναι γεμάτος κόκαλα.
Ανάμεσα στους ερημίτες τούτους ζούσε τα χρόνια εκείνα, ξακουστός για την αγιοσύνη του, ο Μακάριος ο Σπηλαιώτης. Αυτόν κίνησα να δω∙ από τη στιγμή που πάτησα στο ιερό βουνό, είχα πάρει την απόφασή μου να πάω να τον δω, να σκύψω να του φιλήσω το χέρι και να του ξομολογηθώ…
Έφτασα κατά το μεσημέρι στ’ ασκηταριά∙ τρύπες μαύρες στον γκρεμό, σιδερένιοι σταυροί καρφωμένοι στους βράχους, ένας σκελετός πρόβαλε από μια σπηλιά, τρόμαξα∙ σα να ’χε φτάσει κιόλας η Δευτέρα Παρουσία και ξεπρόβαλε ο σκελετός αυτός από τη γης και δεν είχε ακόμα προφτάσει να ντυθεί όλες τις σάρκες του. Φόβος κι αηδία με κυρίεψε, και συνάμα κρυφός ανομολόγητος θαμασμός∙ δεν τόλμησα να τον ζυγώσω, τον ρώτησα από μακριά∙ άπλωσε το ξεραμένο μπράτσο, αμίλητος, και μου ’δειξε μια μαύρη σπηλιά αψηλά στα χείλια του γκρεμού.
Πήρα ν’ ανεβαίνω πάλι τους βράχους, με καταξέσκισαν τ’ αγκρίφια τους, έφτασα στη σπηλιά. Έσκυψα να δω μέσα∙ μυρωδιά χωματίλα και λιβάνι, σκοτάδι βαθύ∙ σιγά σιγά διέκρινα ένα σκαμνάκι δεξά, σε μια σκισμάδα του βράχου, τίποτα άλλο∙ έκαμα να φωνάξω, μα η σιωπή μέσα στο σκοτάδι ετούτο μου φάνηκε τόσο ιερή, τόσο ανησυχαστική, που δεν τόλμησα∙ σαν αμαρτία, σαν ιεροσυλία μου φάνηκε εδώ η φωνή του ανθρώπου.
Είχαν πια συνηθίσει τα μάτια μου στο σκοτάδι, κι ως τα γούρλωνα και κοίταζα, ένας φωσφορισμός απαλός, ένα πρόσωπο χλωμό, δυο χέρια σκελεθρωμένα κουνήθηκαν στο βάθος της σπηλιάς κι ακούστηκε γλυκιά ξεπνεμένη φωνή:
- Καλώς τον!
Έκαμα κουράγιο, μπήκα στη σπηλιά, προχώρησα κατά τη φωνή. Κουλουριασμένος χάμω, είχε σηκώσει το κεφάλι ο ασκητής, και διέκρινα στο μεσόφωτο το πρόσωπό του άτριχο, φαγωμένο από τις αγρύπνιες και την πείνα, με αδειανούς βολβούς, να γυαλίζει βυθισμένο σε ανείπωτη μακαριότητα∙ τα μαλλιά του είχαν πέσει, έλαμπε το κεφάλι του σαν κρανίο.
-Ευλόγησον, πάτερ, είπα και έσκυψα να του φιλήσω το κοκαλιασμένο χέρι.
Κάμποση ώρα σωπαίναμε∙ κοίταζα με απληστία την ψυχή τούτη που είχε εξαφανίσει το κορμί της, αυτό βάραινε τις φτερούγες της και δεν την άφηνε ν’ ανέβει στον ουρανό. Ανήλεο, ανθρωποφάγο θεριό η ψυχή που πιστεύει∙ κρέατα, μάτια, μαλλιά, όλα του τα ’χε φάει.
Δεν ήξερα τι να πω, από πού ν’ αρχίσω. Σαν ένα στρατόπεδο ύστερα από φοβερή σφαγή μου φάνηκε το σαράβαλο κορμί μπροστά μου∙ ξέκρινα απάνω του τις νυχιές και τις δαγκωματιές του Πειρασμού.
Αποκότησα τέλος:
-Παλεύεις ακόμα με το Διάβολο, πάτερ Μακάριε; Τον ρώτησα.
-Όχι πια παιδί μου∙ τώρα γέρασα, γέρασε κι αυτός μαζί μου∙ δεν έχει δύναμη∙ παλεύω με το Θεό.
- Με το Θεό! έκαμα ξαφνιασμένος∙ κι ελπίζεις να νικήσεις;
-Ελπίζω να νικηθώ, παιδί μου∙ μου απόμειναν ακόμα τα κόκαλα∙ αυτά αντιστέκουνται.
-Βαριά η ζωή σου, γέροντά μου∙ θέλω κι εγώ να σωθώ, δεν υπάρχει άλλος δρόμος;
-Πιο βολικός; έκαμε ο ασκητής και χαμογέλασε με συμπόνια.
-Πιο ανθρώπινος, γέροντά μου.
-Ένας μονάχα δρόμος.
- Πώς τον λεν;
-Ανήφορο∙ ν’ ανεβαίνεις ένα σκαλί∙ από το χορτασμό στην πείνα, από τον ξεδιψασμό στη δίψα, από τη χαρά στον πόνο∙ στην κορφή της πείνας, της δίψας, του πόνου κάθεται ο Θεός. Στην κορφή της καλοπέρασης κάθεται ο Διάβολος∙ διάλεξε.
- Είμαι ακόμα νέος∙ καλή ’ναι η γης, έχω καιρό να διαλέξω.
Άπλωσε ο ασκητής τα πέντε κόκαλα του χεριού του, άγγιξε το γόνατό μου, με σκούντηξε:
-Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πριν σε ξυπνήσει ο Χάρος.
Ανατρίχιασα.
-Είμαι νέος, ξανάπα για να κάμω κουράγιο.
- Ο Χάρος αγαπάει τους νέους∙ η Κόλαση αγαπάει τους νέους∙ η ζωή ’ναι ένα μικρό κεράκι αναμμένο, εύκολα σβήνει, έχε το νου σου, ξύπνα!...

Αυτά και άλλα πολλά κουβέντιασε με τον ασκητή. Όμως, μεγάλο ενδιαφέρον έχει και η συζήτηση –εξομολόγηση του γέροντα μοναχού Ιγνάτιου, μια νύχτα στο κελί του, που περιγράφει στη συνέχεια. Και, στο τέλος του αφιερώματος, ύστερα από πολλά χρόνια, ξαναθυμάται την επίσκεψη αυτή στο Άγιον Όρος και θυμάται με τρυφερότητα τον νεκρό πια Σικελιανό, και κλείνει το αφιέρωμα ως εξής:

Σαράντα μέρες περιδιαβάζαμε το Άγιον Όρος, κι όταν, τελεύοντας πια τον κύκλο, ξαναγυρίζουμε, παραμονή Χριστούγεννα, στη Δάφνη να φύγουμε, το πιο απροσδόκητο, το πιο αποφασιστικό θάμα μας περιμένει: μέσα στην καρδιά του χειμώνα, σ’ ένα φτωχικό περβολάκι, μια μυγδαλιά ανθισμένη!
Άρπαξα το φίλο μου από το μπράτσο, του ’δειξα το ανθισμένο δέντρο.
-Τυραννούσαν την καρδιά μας, Άγγελε, είπα, σε όλο μας ετούτο το προσκήνυμα, πολλά και πολύπλοκα ρωτήματα. Και τώρα, να η απάντηση!
Ο φίλος μου κάρφωσε το γαλάζιο μάτι του απάνω στην ανθισμένη αμυγδαλιά, έκαμε το σταυρό του, σα να προσκυνούσε άγιο θαυματουργό κόνισμα, και κάμποση ώρα έμεινε άλαλος. Κι ύστερα, αργά:
-Ένα τραγούδι, είπε, ανεβαίνει στα χείλια μου, ένα πολύ μικρό τραγούδι, ένα χαϊκάι. Κοίταξε πάλι τη μυγδαλιά:
- Είπα στη μυγδαλιά: «Αδελφή, μίλησέ μου για το Θεό».
Κι η μυγδαλιά άνθισε.


Αυτά και άλλα πολλά έγραψε ο Ν. Καζαντζάκης για την επίσκεψή του, μαζί με τον Άγγελο Σικελιανό, το 1914, στο Άγιον Όρος. Το σχετικό κεφάλαιο, με τίτλο «Ο φίλος μου ο ποιητής –Άγιον Όρος», εκτείνεται σε 57 σελίδες, από τις οποίες σταχυολόγησα, εντελώς αυθαίρετα φυσικά, τα παραπάνω αποσπάσματα. Το βιβλίο βέβαια, το «Αναφορά στον Γκρέκο», κατά κάποιο τρόπο αυτοβιογραφικό και απολογητικό του μεγάλου συγγραφέα, γράφηκε σαράντα χρόνια αργότερα και στηρίχτηκε στις αναμνήσεις αλλά και στο «κιτρινισμένο οδοιπορικό ημερολόγιο», που συνήθιζε να κρατά ο Καζαντζάκης σε όλα τα ατέλειωτα ταξίδια και προσκυνήματά του. Αξίζει να το διαβάσει κανείς ολόκληρο, όπως και ολόκληρο το βιβλίο, αλλά και τα άλλα έργα του Ν. Κ., όσα βέβαια μπορεί να αντέξει κανένας


Μερικά αποφθέγματα από το έργο του Καζαντζάκη:
(ούτε αυτά διαβάστηκαν)
- «Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο. Καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο. Το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή».

- « Η καρδιά του ανθρώπου είναι ένα κουβάρι κάμπιες –φύσηξε Χριστέ μου να γίνουν πεταλούδες!».

- «Είπα στην αμυγδαλιά, μίλησέ μου για το Θεό. Και η αμυγδαλιά άνθισε».

-« Η πέτρα, το σίδερο, το ατσάλι δεν αντέχουν. Ο άνθρωπος αντέχει».

-«Από τα καλά κερδεμένα, παίρνει ο διάβολος τα μισά. Από τα κακά κερδεμένα, παίρνει και το νοικοκύρη».

-Αγωνιζόμαστε για τα άφθαστα, και γι αυτό ο άνθρωπος έπαψε να είναι ζώο».

-«Πυραμίδα ο άνθρωπος. Στη βάση του το κτήνος, στην κορφή ο Θεός. Χρέος μας η ανηφόρα».

-«Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύομαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι».

-«Δεν υπάρχουν ιδέες –υπάρχουν μόνο άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες –κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει».

-« Η προσευχή σήμερα λέγεται πράξη. Να ασκητεύεις σήμερα θα πει: να ζεις με τους ανθρώπους και να ανεβαίνεις κάθε μέρα, κάθε μέρα, και όχι μονάχα τη Μεγάλη Παρασκευή, με το Χριστό στο Γολγοθά. Και να σταυρώνεσαι».

-«Να πεθαίνεις κάθε μέρα. Να γεννιέσαι κάθε μέρα. Ν’ αρνιέσαι ό,τι έχεις κάθε μέρα. Η ανώτερη αρετή δεν είναι να ’σαι ελεύθερος, παρά μονάχα να παλεύεις για την ελευθερία».

-« Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη Γη. Αν δεν σωθεί, εγώ φταίω».

-« Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!».

-«-Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ’ μου μια προσταγή.
  • Φτάσε όπου μπορείς, παιδί μου.
  • Παππού, φώναξα τώρα δυνατά, δώσ’ μου πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.
  • Φτάσε όπου δεν μπορείς, παιδί μου!...»
-«Ε κακομοίρη άνθρωπε», είπε δυνατά, «μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις –το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα ’ναι πολύ αργά. Ας ανασκουμπωθούμε εμείς που το ξέρουμε, ας σύρουμε φωνή, μπορεί να μας ακούσουν».
-«Στον κόσμο τούτον» συλλογίζουνταν, «θα ’σαι αρνί ή λύκος –αν είσαι αρνί σε τρων –αν είσαι λύκος τρως. Θεέ μου, δεν υπάρχει ένα τρίτο ζώο, καλύτερο, δυνατότερο»; Και μια φωνή μέσα του αποκρίνουνταν: «υπάρχει, υπάρχει, παπα-Γιάνναρε, κάνε υπομονή. Τώρα και χιλιάδες χρόνια ξεκίνησε να φτάσει, να γίνει άνθρωπος –δεν έφτασε ακόμη. Βιάζεσαι; Ο Θεός δεν βιάζεται, παπα-Γιάνναρε».

-«Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του ανθρώπου, σηκώνει το σταυρό του κι ανεβαίνει το Γολγοθά του. Πολλοί, οι πιο πολλοί, φτάνουν στο πρώτο, στο δεύτερο σκαλοπάτι, λαχανιάζουν, σωριάζονται στη μέση της πορείας και δε φτάνουν στην κορφή του Γολγοθά –θέλω να πω στην κορφή του χρέους τους –να σταυρωθούν, ν’ αναστηθούν, και να σώσουν την ψυχή τους. Λιποψυχούν, φοβούνται να σταυρωθούν, και δεν ξέρουν πως η σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της ανάστασης.
Άλλον δεν έχει…»
- «Θεριό ’ναι η καρδιά του ανθρώπου. Θεριό ανήμερο… Χριστέ μου, μήτε εσύ μπόρεσες να τη μερώσεις».

-«Σαν το αρνί ’ναι κι ο Χριστός. Όμοια ανοίγει κι αυτός την καρδιά των ανθρώπων και μπαίνει ο κόσμος όλος. Όμοια θ’ ανοίξει και την Παράδεισο να μπουν οι αμαρτωλοί».

-«Πυροβάτης είναι κάθε άγιος –πυροβάτης και κάθε τίμιος άνθρωπος στην Κόλαση ετούτη που τη λέμε ζωή».

-«Έχεις πινέλα, έχεις χρώματα. Ζωγράφισε τον Παράδεισο και μπες μέσα».

-«Δεν έχουμε παρά μια μονάχα στιγμή στη διάθεσή μας. Ας κάνουμε αυτή τη στιγμή αιωνιότητα».

-«Αλάτι ο θάνατος και τη ζωή τη νοστιμίζει».

-«Μπόρα είναι μαθές η ζωή. Θα περάσει!».

-«Αυτό θα πει άνθρωπος: να πονάς, ν’ αδικιέσαι, να παλεύεις και να μην το βάζεις κάτω!».

-«Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους, να ζητάς συντρόφους».
-«Η ανώτατη αρετή δεν είναι να ’σαι ελεύθερος, είναι να μάχεσαι για την ελευθερία».

-«Νιώθω σα να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή θα σπάσουν και τα σίδερα».
-Μαζεύω τα σύνεργά μου: Όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε».
-«Δε φτάνει ν’ ακούς μέσα σου τη βουή των προγόνων. Δε φτάνει να τους νιώθεις να παλεύουν μπροστά από το κατώφλι του νου σου. Όλοι χύνονται να πιαστούν από το ζεστό μυαλό σου, ν’ ανέβουν πάλι στο φως της μέρας».
-« Η Κρήτη δεν θέλει νοικοκυραίους, θέλει κουζουλούς. Αυτοί οι κουζουλοί την κάνουν αθάνατη.

…………………………………………………………………………………………………


Αυτό είναι το ολοκληρωμένο αφιέρωμά μου στον Καζαντζάκη. Φυσικά, λόγω έλλειψης του αναγκαίου χρόνου, ακούστηκε περιορισμένο μόνο μέρος στην εκδήλωση. Είναι διαθέσιμο, ολόκληρο ή μέρος του, για ανάλογη εκδήλωση, ή άλλη χρήση, ύστερα από συνεννόηση μαζί μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: