
Του Δημήτρη Γκίκα
Η πολιτική, στα πλαίσια των δημοκρατικών καθεστώτων, δεν αποτελεί απλώς μια προαιρετική ή δικαιωματική ενασχόληση των πολιτών. Συνιστά καθήκον και μάλιστα σημαίνον. Αυτός που δεν ασχολείται με τα πολιτικά, έλεγε ο Περικλής, δεν θεωρείται φιλήσυχος, αλλά άχρηστος.
Στις σύγχρονες δημοκρατικές χώρες, όπως η Ελλάδα, η ενασχόληση με την πολιτική συνήθως περιορίζεται στην (τακτική) εκλογή κυβέρνησης ή τοπικών συμβουλίων. Λιγότερο διευρύνεται με τη συμμετοχή των πολιτών σε κόμματα, μια και τα περισσότερα εξ αυτών δεν προωθούν πραγματικές συμμετοχικές διαδικασίες σε διάφορα πολιτικά ζητήματα. Πότε, για παράδειγμα, κάποιο κόμμα διοργάνωσε εσωτερική ψηφοφορία για φλέγον κοινωνικό ή εθνικό ζήτημα; Πότε κάποιο κόμμα διοργάνωσε ανοιχτή διαβούλευση με τα μέλη του, με σκοπό να προωθηθούν θέματα γενικού ενδιαφέροντος ή να ακουστούν οι γνώμες των ανθρώπων που είτε δεν κατάφεραν, είτε δεν επιθυμούν να κατέχουν στελεχικές θέσεις μέσα σ’ αυτά;
Αυτή η απουσία συμμετοχικών διαδικασιών μέσα στα κόμματα, που καθόλου δεν αμβλύνεται με τη διαδικασία στην εκλογή του αρχηγού του κόμματος, οδηγεί σε μια γενικότερη απαξίωση της πολιτικής συμμετοχής. Η αποχή από τις εκλογές όχι μόνο αποτελεί πραγματικότητα, αλλά θεωρείται «δικαίωμα» ή προβάλλεται ως τρόπος διαμαρτυρίας ακόμη κι από τα ΜΜΕ. Η βασικότερη συνέπεια είναι μία: Οι πολίτες απεμπολούν την πιο σημαντική δυναμική τους και δυναμιτίζουν τα ίδια τα θεμέλια της δημοκρατίας. Ταυτόχρονα, όχι μόνο υποσκάπτεται η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης, αλλά υποβαθμίζεται η αξία της πολιτικής ιδεολογίας, όποια κι αν είναι αυτή.
Ο περίφημος «θάνατος» των ιδεολογιών είναι απόρροια ακριβώς της απολιτικής συμπεριφοράς των πολιτών. Ακόμη και σε μεταβατικές περιόδους – ή ίσως θα έπρεπε να πούμε ιδιαίτερα σ’ αυτές – η ανάπτυξη πολιτικών ιδεολογιών σηματοδοτεί το ιδιαίτερο ενδιαφέρον των πολιτών για τη χώρα τους – αν και όχι πάντα με θεμιτούς τρόπους, όμως γι’ αυτό δεν ευθύνεται η όποια ιδεολογία, αλλά οι φανατισμένοι που την υπηρετούν. Η ένδεια της πολιτικής ιδεολογίας υποβαθμίζει το κύρος της δημοκρατίας και διαμορφώνει συνθήκες ιδιάζουσας ολιγαρχίας. Εξυπηρετεί, δηλαδή τα συμφέροντα μιας μικρής ομάδας που κατέχει την εξουσία και προωθεί όχι εθνικά συμφέροντα, ούτε ευρύτερα κοινωνικά, αλλά συμφέροντα που διακρίνονται κυρίως από την αρχομανία και την επιδίωξη μιας άνευ ορίου υλιστικής ευμάρειας.
Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια που εντοπίστηκαν, είναι εύλογη η θέση πως οι πολιτικές ιδεολογίες συντηρούν τη διατήρηση ενός υγιούς δημοκρατικού καθεστώτος, πολλές φορές μάλιστα συνεισφέρουν τα μάλα στην ανανέωση της πολιτικής ζωής. Η ιστορία έχει αποδείξει πως το εκάστοτε ιδεολογικό σύστημα που καταφέρνει να υπηρετεί τους παραπάνω στόχους εδράζεται πάντοτε σε μια πρωτογενή και βασική αρχική ιδέα, θεμέλιο όλου του συστήματος της ιδεολογίας: αυτήν του πατριωτισμού.
Ποτέ ο πατριωτισμός δεν υπήρξε τόσο απαραίτητος για τη χώρα μας και το λαό της όσο σήμερα. Κατά πρώτον, διότι εξακολουθούμε να ταλανιζόμαστε από μύρια εθνικά προβλήματα και να κινδυνεύουν ίσως όχι εδάφη – τουλάχιστον προς το παρόν – αλλά οι αξίες που πρεσβεύει η παράδοσή μας, η ιστορική μας διαδρομή και η εθνική μας υπόσταση. Κατά δεύτερον, διότι στην πορεία ακόμη περισσότερα προβλήματα ανακύπτουν που επηρεάζουν τη γενικότερη ανάπτυξή μας, πολιτιστική και όποια άλλη. Τα συσσωρευμένα οικονομικά προβλήματα, πολλά από τα οποία έχουν δημιουργηθεί από τα λάθη, τις παραλείψεις και τις απόπειρες ανενδοίαστου πλουτισμού των ομάδων εξουσίας, πολιτικών ή άλλων που καταρρακώνουν όχι μόνο τον τρόπο ζωής, αλλά και την εργατικότητα του λαού που βλέπει την εργασία του να υποδουλώνεται και την αξιοπρέπειά του να κουρελιάζεται, όταν για παράδειγμα αναγκάζεται να λογοδοτεί σε ανώνυμες εταιρείες εισπράξεων. Οι οικολογικές καταστροφές, όπως το κάψιμο δασών, που, αν μη τι άλλο, χειροτερεύουν την ίδια την ποιότητα ζωής του λαού της χώρας μας, προκαλώντας μάλιστα πολιτικά ρεύματα που δήθεν εκπροσωπούν – μονομερώς όμως – τους οικολογικά ανησυχούντες πολίτες. Η περιθωριοποίηση των πιο παραγωγικών ομάδων του πληθυσμού, που είτε δεν βρίσκουν μια αξιοπρεπή εργασία, είτε διαπιστώνουν τον ολοκληρωτικό ευτελισμό των σπουδών τους, μέσω της περιχαράκωσης των ίδιων των εργασιακών δικαιωμάτων τους, καταλήγοντας να επιδιώκουν ως… όνειρο ζωής μια θέση στο δημόσιο, ακόμη και κατώτερη των προσόντων τους. Η πλήρης αδιαφορία για την εκπαίδευση του λαού, που καταντά τους εκπαιδευόμενους πειραματόζωα συνεχών αλλαγών και… μεταρρυθμίσεων. Η παντελής αδιαφορία για την ίδια την παιδεία του λαού, που παραπαίει ανάμεσα σε ξενόφερτα πρότυπα και σε μισαλλόδοξες αντιδράσεις, αγνοώντας πια το ουσιαστικό περιεχόμενο της ανθρωπιστικής παιδείας, το περιεχόμενο της οποίας οι ίδιοι οι πρόγονοί μας διαμόρφωσαν.
Η ανάπτυξη ενός υγιούς πατριωτισμού δεν αποτελεί αναχρονισμό. Ίσα – ίσα που θα διαμορφώσει υγιώς σκεπτόμενους πολίτες, οι οποίοι θα ενδιαφέρονται για την πατρίδα τους, θα είναι πρόθυμοι να κάνουν τις θυσίες που πρέπει και θα μάθουν να εργάζονται για το ίδιο τους το κράτος. Επιπλέον, θα είναι ικανοί να κρίνουν και να ελέγχουν τις πράξεις των κυβερνώντων με ουσιαστικά κριτήρια, επιλέγοντας αυτούς όχι με βάση μικροκομματικά συμφέροντα, αλλά συλλογικά – δηλαδή πατριωτικά. Το σπουδαιότερο δε, θα είναι η ανάδειξη ηγετών που θα ανέρχονται σε θώκους και θα αναδεικνύονται σε αξιώματα, με βασικό κριτήριο την αγάπη και τη συνεισφορά προς την πατρίδα και το λαό της.
Η αρμόζουσα λύση είναι ο πατριωτισμός. Το πρόβλημα, βέβαια είναι πως οποιοδήποτε «χτίσιμο» τέτοιων θεμελίων συμπεριφοράς ή έστω η επαναθεμελίωση αντίστοιχου «οικοδομήματος», απαιτεί κίνηση από πάνω προς τα κάτω. Η πολιτική και εκπαιδευτική ηγεσία, αυτή οφείλει να αλλάξει τους ορίζοντες του λαού μας, να εμφυσήσει τα οράματα που χρειάζεται η πατρίδα μας, να αλλάξει το ρου της σύγχρονης ιστορίας μας. Κι αυτό απαιτεί ηγέτες πατριώτες, που δεν μισαλλοδοξούν από τη μια, δεν πιθηκίζουν όμως από την άλλη ξενόφερτες λύσεις και ιδέες. Η Ελλάδα είναι μια χώρα με ιδιάζοντα προβλήματα και ιδιαίτερη ιστορική διαδρομή. Χρειάζονται λύσεις πρωτότυπες και φρέσκες. Λύσεις ελληνικές.
Χρέος δικό μας, των πατριωτών πολιτών, είναι να μάθουμε πως πολίτης σημαίνει πρωτίστως πως αγαπώ τη χώρα μου, κάνω τα πάντα γι’ αυτήν. Σημαίνει πως εκμεταλλεύομαι κάθε ευκαιρία να δηλώσω τη γνώμη μου, να εκφράσω την άποψή μου, ψηφίζοντας, εκλέγοντας τους κυβερνώντες σε όλα τα επίπεδα πολιτικής ζωής. Σημαίνει πως προσπερνώ κομματικές ανοησίες και φανατισμούς και ελέγχω τις πράξεις με μοναδικό κριτήριο την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της χώρας μου. Σημαίνει πως κραυγάζω όποτε μπορώ, όταν όχι μόνο εγώ αλλά και ο διπλανός μου αδικείται. Σημαίνει πως στηλιτεύω τους ηγέτες και τους όποιους αρμοδίους, όχι με κακόβουλη πρόθεση, αλλά για να τους δώσω την εντύπωση πως τους ελέγχω, κάθε ώρα και στιγμή και πως δεν είμαι πιόνι τους, αλλά ελεύθερος άνθρωπος. Σημαίνει πως συμμετέχω σε κάθε πολιτική και ευρύτερη κοινωνική δραστηριότητα που νομίζω ότι με αφορά, διότι η πολιτική είναι μια συνεχής διαδικασία κι ένας ατελεύτητος αγώνας. Σημαίνει πως απαρνούμαι τη βία και τη δήθεν ιδεολογία της, διότι δεν προσφέρει τίποτε σε ευνομούμενα και δημοκρατικά κράτη, παρά μόνο τον παραλογισμό, δίνοντας μάλιστα το δικαίωμα στην εξουσία να προχωρήσει κι αυτή σε βία. Σημαίνει πως διαμαρτύρομαι σε κάθε προσπάθεια εξαπάτησης, υποδούλωσης, υποβάθμισης του λαού μας, από Έλληνες ή ξένους ηγέτες και «αρμοδίους». Σημαίνει πως αρνούμαι το ξεπούλημα των αξιών της πατρίδας μας και του λαού της, αρνούμαι την εύκολη αποδοχή ξενόφερτων προτύπων, αντιστρατεύομαι στην προσπάθεια καταπάτησης των παραδόσεών μας, μόνο και μόνο επειδή δεν ταιριάζουν στα «πλάνα» και τα «σχέδια» κάποιων. Σημαίνει πως δεν απολογούμαι, ούτε ντρέπομαι για τον πατριωτισμό μου, αντίθετα είμαι υπερήφανος γι’ αυτόν. Σημαίνει πως, πάνω απ΄ όλα, είμαι υπερήφανος που είμαι Έλληνας. Κι αν με πληγώνουν κάποιοι δάσκαλοί μου, κάποιοι ηγέτες μου, εγώ δεν ξεπουλάω την πατρίδα μου!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου