"ΟΥΔΕΙΣ ΠΛΕΟΝ ΑΧΑΡΙΣΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΗΘΕΝΤΟΣ "

powered by Agones.gr - livescore

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Ο Νίκος Καζαντζάκης με τον Άγγελο Σικελιανό στο Άγιο Όρος

Γράφει ο Γιώργος Ι. Ζωγραφάκης,  συντ. δάσκαλος - συγγραφέας

(από το “ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ» , κεφ. «Ο ΦΊΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΠΟΙΗΤΉΣ», Άγιον Όρος»)


… Μα μια μέρα έλαμψε φως. Τη μέρα αυτή στην Κηφισιά συναντήθηκα μ’ έναν νέο της ηλικίας μου, που χωρίς διακοπή αγάπησα και τίμησα κι ήταν από τους λίγους που η παρουσία του μου ήταν πιο ευχάριστη από την απουσία του. Ήταν πολύ ωραίος, και το ΄ξερε· ήταν μεγάλος λυρικός ποιητής, και το ΄ξερε· είχε γράψει ένα μεγάλο τραγούδι θαμαστό· ποιητική ατμόσφαιρα, στίχος, γλώσσα, αρμονία μαγική, δε χόρταινα να το διαβάζω και να το χαίρουμαι. Ήταν ο ποιητής ετούτος από το....

γένος των αϊτών· με το πρώτο τίναγμα των φτερών του έφτανε στην κορυφή. Αργότερα, όταν θέλησε να γράψει πρόζα, είδα πως αληθινά ήταν αϊτός…

  Μα είχε αρχοντιά μεγάλη, σπάνια χάρη και ευγένεια, να τον έβλεπες να μιλάει και να λάμπει έξαλλο το γαλάζιο μάτι του ή να τον άκουγες ν’ απαγγέλλει τραγούδια του και να τρίζουν τα τζάμια του σπιτιού, καταλάβαινες πώς θα ΄ταν οι αρχαίοι ραψωδοί που, στεφανωμένοι με κληματόφυλλα ή μενεξέδες γύριζαν από παλάτι σε παλάτι και μέρωναν με το τραγούδι τους τους ανθρώπους που ήταν ακόμη θεριά. Αληθινά, από την πρώτη στιγμή που τον είδα, ένιωσα πως ο νέος αυτός τιμάει το ανθρώπινο γένος.

  Γενήκαμε απότομα φίλοι·  τόσο πολύ διαφέραμε οι δυο μας που μαντέψαμε μονομιάς πως ο ένας είχε ανάγκη τον άλλο και πως οι δυο μας θ’ αποτελούσαμε τον άρτιο άνθρωπο…


…Όταν φτάσαμε στο σπίτι, για να ξορκίσω το κακό, άπλωσα το χέρι στην πλούσια βιβλιοθήκη του φίλου μου.

  Να, θα κλείσω τα μάτια, είπα και θα πάρω ένα βιβλίο· αυτό θα αποφασίσει.                               Τι θα αποφασίσει; Έκανε ο φίλος μου νευριασμένος.

  Τι θα κάνουμε αύριο, αποκρίθηκα. 

  Έκλεισα τα μάτια, φούχτωσα ψαχουλεύοντας ένα βιβλίο· το άρπαξε ο φίλος από τα χέρια μου, το άνοιξε· ήταν ένα μεγάλο λεύκωμα με φωτογραφίες: Μοναστήρια, καλόγεροι, καμπαναριά, κυπαρίσσια… Κελιά απάνω από τον γκρεμό, και κάτω μια θάλασσα άγρια,,,

   Το Άγιον Όρος! Φώναξα.

  Το πρόσωπο του φίλου μου έλαμψε.

   Αυτό ήθελα, φώναξε. Χρόνια και χρόνια, αυτό ήθελα· πάμε.

  Άνοιξε τα μπράτσα, μ’ έσφιξε στην αγκαλιά του.

  Είσαι  έτοιμος; είπε· να βάλουμε τα σιδερένια μας ποδήματα, δράκοι δεν είμαστε; Να βάλουμε τα σιδερένια μας ποδήματα, να πατήσουμε το Άγιον Όρος…


 …… Έβρεχε. Η κορυφή του Άθω τυλιγμένη σε πυκνή αντάρα…


Μονή Ιβήρων…

Μονή Παντοκράτορα…

Μονή Βατοπεδίου: Πρωί ΄ταν από τον Παράδεισο, τρυφερό, γεμάτο από το έλεος του Θεού, όταν ζυγώναμε στο ξακουστό Βατοπέδι. Σα να ΄ταν, λες, η Πέμπτη μέρα της Δημιουργίας και δεν είχε πλάσει ακόμα ο Θεός τον άνθρωπο, να χαλάσει τη δημιουργία του κόσμου. Αγάλια άνοιγε σαν τριαντάφυλλο η ανατολή, και μικρά ροδομάγουλα συννεφάκια, σαν αγγελόπουλα, πρόβαιναν από την άκρα τ’ ουρανού και σιγά σιγά μεγάλωναν, θαρρείς και κατέβαιναν στη γης. Ένα κοτσύφι, με τη δροσούλα ακόμη στα φτερά, στάθηκε στη μέση του δρόμου, μας κοίταξε· μα δε φοβήθηκε, δεν παραμέρισε· σα να μην ήταν κότσυφας, παρά πνέμα αγαθό και μας γνώριζε. Μια μικρούλα κουκουβάγια, απάνω σε μια πέτρα, είχε κιόλας ζαλιστεί από το φως κι έμενε ήσυχη, ακίνητη και περίμενε τη νύχτα.

   Δε μιλούσαμε· νιώθαμε κι οι δυο πως εδώ η φωνή του ανθρώπου, όσο κι αν θα ΄ταν γλυκιά και σιγανή, θ’ αντηχούσε στριγκιά και παράταιρη· κι όλο το μαγικό μαγνάδι που μας περιτύλιγε, θα σκίζουνταν. Προχωρούσαμε αναμερίζοντας τα χαμηλά κλαδιά από τα πεύκα και ραντίζονταν το πρόσωπό μας και τα χέρια μας από τις πρωινές δροσοστάλες.

   Μ’ έπνιγε η ευτυχία· στράφηκα  στον φίλο μου, άνοιγα το στόμα μου να του πω: «τι ευτυχία είναι τούτη…», μα δεν τόλμησα· ήξερα πως αν  μιλούσα, τα μάγια θα σκόρπιζαν. Θυμούμαι κάποτε στον Ταΰγετο, απάνω από τη Σπάρτη, κατά το δείλι, είχα δει μιαν αλεπού, αλαφροπάτητη, με τεντωμένο το λαιμό, με τη φουντωτή ουρά ολόρθη κι έριχνε μακρύ, μενεξεδένιο ίσκιο πάνω στις πέτρες. Κράτησα την αναπνοή μου να μην με πάρει μυρωδιά και φύγει·  μα δεν πρόλαβα να κρατήσω τη χαρά, κι άθελά μου μού ξέφυγε μια μικρή μικρή κραυγή·  μα η αλεπού την άκουσε, και πριν προφτάσω να δω κατά πού πήγε, γίνηκε άφαντη. 

   Τέτοια μου φάνταζε πάντα στη ζωή του ανθρώπου η ευτυχία.

   Άξαφνα κουβέντες ακούστηκαν και γέλια· είχαμε πια φτάσει στο Μοναστήρι, και δυο καλοθρεμμένοι καλόγεροι κάθουνταν σ’ ένα πεζούλι στην  εξώπορτα και χοράτευαν με τον πορτάρη.

   Σταθήκαμε απότομα, σα να ΄χαμε δει φίδι· ο φίλος μου με κοίταξε, κούνησε το κεφάλι:

     Όνειρο ήταν, είπε· θαρρέψαμε μια στιγμή πως δεν υπάρχουν άνθρωποι…


Μονή Ιβήρων, 19 Νοεμβρίου…

Μονή Καρακάλλου

Μονή Φιλοθέου…

Μονή Αγίας Λαύρας…

Ιωσαφαίοι

Μονή Αγίου Παύλου

Στ’ άγρια Μοναστήρια


Σαράντα μέρες περιδιαβάζαμε στο Άγιον Όρος, κι όταν, τελεύοντας πια τον κύκλο, ξαναγυρίζαμε, παραμονή Χριστουγέννων, στη Δάφνη, να φύγουμε, το πιο απροσδόκητο, το πιο αποφασιστικό θάμα μάς περίμενε: Μέσα στην καρδιά του χειμώνα, σ’ ένα φτωχικό περιβολάκι, μια μυγδαλιά ανθισμένη!

  Άρπαξα το φίλο μου από το μπράτσο, του ΄δειξα το ανθισμένο δέντρο.

  Τυραννούσαν την καρδιά μας, Άγγελε, είπα, σε όλο μας ετούτο το προσκύνημα, πολλά και πολύπλοκα ρωτήματα· και τώρα, να η απάντηση.

  Ο φίλος  κάρφωσε το γαλάζιο μάτι του απάνω στην ανθισμένη μυγδαλιά· έκαμε το σταυρό του, σα να προσκυνούσε άγιο, θαματουργό κόνισμα, και κάμποση ώρα έμεινε άλαλος. Κι ύστερα, αργά: 

  Ένα τραγούδι, είπε, ανεβαίνει στα χείλια μου· ένα μικρό τραγούδι, ένα χαϊκάι.

  Κοίταξε πάλι τη μυγδαλιά!

 Είπα στη μυγδαλιά: «Αδελφή, μίλησέ μου για το Θεό». Κι η μυγδαλιά άνθισε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: