(από το βιβλίο μου «Ένα παιδί μεγαλώνει στο Ζαρό της Κρήτης», σ. 85-86)
…Το Πάσχα ήταν μια γιορτή που είχε το εντελώς δικό της χρώμα, Από τις Απόκριες, που έρχονταν τον Φλεβάρη ή αρχές του Μάρτη, αρχίζαμε να σκεφτόμαστε το Πάσχα, παρ’ όλο που θα ’ρχόταν εφτά ολόκληρες βδομάδες αργότερα. Μετρούσαμε, λοιπόν, τις βδομάδες, αρχίζοντας...
από τους Χαιρετισμούς: Πρώτοι Χαιρετισμοί, Δεύτεροι, Τρίτοι, ήταν και η άνοιξη που βοηθούσε, νόμιζες πως περνούσε πιο γρήγορα ο καιρός. Την Πέμπτη Παρασκευή ήταν του «Ακαθίστου» και χαρούμενοι λογαριάζαμε: Το άλλο Σάββατο θα είναι του Λαζάρου κι ύστερα αρχίζει η Μεγάλη Εβδομάδα. Βέβαια τη μέρα του Λαζάρου τη νιώθαμε με κάποιο αίσθημα ελαφρού ρίγους, καθώς σκεφτόμασταν πως ένας άνθρωπος, θαμμένος τέσσερις ολόκληρες μέρες, ανασταίνονταν, όπως τον βλέπαμε στις εικόνες, τυλιγμένο σε άσπρες γάζες και ανατριχιάζαμε – άλλωστε ο θάνατος, τα νεκροταφεία, οι σκελετοί και όλα αυτά, μαζί με τα «φανταρά» ήταν οι φόβοι μας με τους οποίους μεγαλώσαμε – και στα οποία αναφερόμαστε κάπου αλλού.Πιο χαρούμενοι ήμασταν την επόμενη μέρα, την Κυριακή των Βαΐων, που ήταν το επίσημο σκαλοπάτι για να πατήσουμε στη Μεγαλοβδομάδα. Άλλωστε τα βάγια, οι περίτεχνοι σταυροί από τρυφερά φύλλα φοίνικα, που μοιράζονταν στην εκκλησία την ημέρα αυτή, έφερναν στο νου τη θριαμβευτική, παρ’ όλο πάνω στο γαϊδουράκι, είσοδο του Ιησού στα Ιεροσόλυμα, που ήταν η αρχή της συγκλονιστικής ιστορίας του Πάσχα. Μάλιστα, από το βράδυ της Κυριακής των Βαΐων άρχιζαν οι εσπερινές ακολουθίες, που, έξι μέρες αργότερα, θα οδηγούσαν στην θριαμβευτική τελετή της Ανάστασης.
Πραγματικά, από τη Μ. Δευτέρα και μετά, μόλις νύχτωνε και χτυπούσε η καμπάνα, πηγαίναμε όλοι βιαστικά στην εκκλησία για να παρακολουθήσουμε τις ακολουθίες. Εμείς οι μικροί μαζευόμασταν στο αριστερό μέρος της εκκλησίας όπου, στο μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς, κάναμε αμέτρητες μετάνοιες, γονατιστοί. Δεν ξέρω από ποιον κώδικα επιβάλλονταν αυτό, όμως ήταν κανόνας. Μπορεί τα γυμνά μας γόνατα να πληγώνονταν στο σκληρό πλακάκι της εκκλησιάς, όμως εμείς εκεί, «κύριε ελέησον, κύριε ελέησον», και κάτω.
Ξεχωριστή μέρα θεωρούσαμε τη Μ. Πέμπτη με τα δώδεκα ευαγγέλια. Τα μετρούσαμε με αδημονία, χαρούμενοι μόλις τελείωνε κάποιο ευαγγέλιο, γιατί έτσι έμεναν όλο και λιγότερα. Ιδιαίτερα χαιρόμασταν εκείνο το μικρό, κάπου όγδοο – ένατο νομίζω, που δεν πρόφτανε ο παπάς να πει το «υπέρ ακροάσεως του Αγίου Ευαγγελίου» και έφτανε στο τέλος.
Βέβαια, ξεχωριστή στιγμή, η πιο συγκλονιστική της βραδιάς, - ίσως και όλης της Μ. Εβδομάδας – ήταν η στιγμή, μετά το έκτο Ευαγγέλιο, που έβγαινε ο «Σταυρωμένος». Μπροστά τα ξαπτέρυγα, το θυμιατό, και πίσω ο παπάς, κρατώντας τον ξύλινο Σταυρωμένο, να ψάλλει, μέσα σε νεκρική σιγή, το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας…». Ιδιαίτερα θυμάμαι τον παπα-Αντώνη, θάμουν μεγάλος πια, μαθητής Γυμνασίου, αναμαλλιασμένο κι αγριεμένο, σαν από κάποιο βιβλίο του Καζαντζάκη βγαλμένον, να βγαίνει με τον σταυρό και να ψάλλει δυνατά, μ’ εκείνη τη χαρακτηριστική, κάπως έρρινη φωνή του, προκαλώντας σε μένα τουλάχιστον, μια μικρή ανατριχίλα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου