Τα δύο αδέρφια είχαν ξεκινήσει από σπίτι για την εκκλησία του χωριού τους.
Κάθε χρόνο πήγαιναν μαζί. Είχε καθιερωθεί . Όμως τα πράγματα δεν ήταν όπως τις προηγούμενες χρονιές. Ο μικρότερος αδερφός πλησίασε πιο πολύ προς το Θεό. Αυτό προξένησε περιέργεια στο μεγαλύτερο ο οποίος προτιμούσε ν΄ ακούει παρά να μιλάει την ώρα της πορείας τους προς την εκκλησία.
- Όπως ένιωσες όλες αυτές τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας τα συναισθήματα διαδέχονται το ένα το άλλο, ώσπου να φτάσουμε στο Πάσχα. Από την αγωνία, τον πόνο και τη θλίψη των Παθών και της Σταύρωσης, περνάμε στην αγαλλίαση και την ελπίδα που φέρνει η Ανάσταση.
Τα ένιωσα όλα αυτά, σκέφτηκε ο...
Χριστόφορος, αλλά δεν τα εξωτερίκευσε για να μη διακόψει το μονόλογο του αδερφού του.- Οι πιο πολλοί άνθρωποι δεν ξέρουν για ποιο λόγο γιορτάζουμε το Πάσχα Χριστόφορε.
- Μαρίνε μπορείς να μου θυμίσεις με λίγα λόγια όλα τα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδας.
- Βεβαίως και θα σου τα θυμίσω. Έτσι θα μπορέσω κι εγώ να προετοιμαστώ για τη στιγμή της Ανάστασης. Μια Ανάσταση που θα είναι διαφορετική.
- Τι διαφορετική; Το ίδιο δε γίνεται κάθε χρόνο;
- Χα, χα …γέλασε ο Μαρίνος. Δεν είναι το ίδιο Χριστόφορε. Ξέρεις ότι την Ανάσταση τη γιορτάζουμε κάθε Κυριακή και σε κάθε Θεία Λειτουργία; Μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή, όταν ο Χριστός βρίσκεται στον Άδη, η εκκλησία δεν τελεί τη Θεία Λειτουργία.
Πάει αυτός σάλεψε, σκέφτηκε ο μεγάλος αδερφός. Το πολύ διάβασμα και η συχνή επαφή με τη εκκλησία τον έκαναν να παραλοϊσει*. Είναι και εκείνος ο Σεβάσμιος γέροντας, ο Πνευματικός λέει ο Μαρίνος, που τον έχουν απομακρύνει εντελώς από κοντά μας.
- Η Ορθόδοξη εκκλησία έχει για πιο μεγάλη γιορτή την Ανάσταση γιατί εκείνη τη μέρα ο Χριστός εκμηδένισε τη δύναμη του θανάτου.
- Εγκυκλοπαιδικά και ενδιαφέροντα όλα αυτά, αλλά για πες μου γιατί θα είναι διαφορετική φέτος για σένα η Ανάσταση;
Πάλι ένα χαμόγελο τρεμόπαιξε στο πρόσωπο του Μαρίνου.
- Κάνε υπομονή. Μη βιάζεσαι. Έχουμε ακόμη αρκετό δρόμο μέχρι την εκκλησία.
Θα τα πούμε με τη σειρά.
Ο Χριστόφορος τον είδε τώρα κουμπωμένο. Όντως κάτι είχε αλλάξει επάνω του. Αυτή η υπομονή και η ηρεμία του προσώπου του ήταν κάτι μαγικό.
- Είναι η πρώτη φορά στα είκοσι εφτά μου χρόνια που νηστεύω όλες τις μέρες της Σαρακοστής. Πενήντα ολόκληρες ημέρες. Αν προσθέσεις και τον πνευματικό αγώνα που προσπάθησα να καταβάλλω τότε ίσως καταλάβεις. Αν μπορέσεις…
Το τελευταίο το είπε με πικρία για να καταλάβει ο Χριστόφορος ένα μικρό κομμάτι από το Γολγοθά του προσωπικού του σταυρού.
Η φύση γύρω τους ήταν σιωπηλή. Μόνο ένα μικρό αεράκι τους χάιδευε τα πρόσωπα και οι μακρινές ψαλμωδίες του ιερέα δονούσαν ευχάριστα τα νεανικά τους αυτιά.
- Αν θυμάσαι, συνέχισε ο Μαρίνος, πέρυσι ήμουν οξύθυμος και βίαιος. Με το παραμικρό αντιδρούσα. Δεν μπορούσα να δεχτώ διαφορετική άποψη. Από τότε όμως που γνώρισα το νεαρό και με οδήγησε στο Χριστό, όλα άλλαξαν.
Η επαφή μου με το Χριστό μ΄ έκαναν διαφορετικό άνθρωπο.
- Για στάσου. Εδώ έχω ένσταση. Και εγώ είμαι Χριστιανός Ορθόδοξος. Αλλά όχι και έτσι. Νέο παιδί να ασχολείσαι μόνο μ΄ αυτά!
- Κι όμως αδερφέ μου. Ο Θεός μας θέλει πολύ περισσότερα από εμάς. Εγώ είμαι ακόμη στην αρχή. Ελπίζω μια μέρα να αφιερωθώ σώματι και ψυχή στον Κύριο.
- Μα τι είναι αυτά που λες, ύψωσε τη φωνή του ο Χριστόφορος. Από τα είκοσι εφτά σου ν΄ αφιερωθείς;
- Χριστόφορε, Χριστόφορε. Μπορεί και αύριο ακόμη να είναι αργά. Εμείς πρέπει να ακούμε και να σεβόμαστε τα βιβλία της Ιεράς Παράδοσης. Και προπάντων να τηρούμε πέντε πράγματα: αγάπη, μετάνοια, πίστη, συγχώρεση, εξομολόγηση.
Ωραία τα λέει σκέφτηκε ο μεγάλος αδερφός, ενώ ένας ξαφνικός φόβος τον έπιασε.
- Δεν πιστεύω να γίνεις καλόγερος; τον ρώτησε δειλά. Πάλι χαμογέλασε ο Μαρίνος.
- Δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να ακολουθήσουν τα δρόμο του μοναχού ή του ιερέα. Όμως αν είναι το θέλημα του, ας γίνει.
Την γλυκύτητα που αναδυόταν από τα χείλη του την ένοιωσε ο Χριστόφορος.
- Ωραία είναι αυτά που λες Μαρίνε. Για συνέχισε.
- Δεν τα λέω εγώ αλλά είναι λόγια του Χριστού. Προτού φτάσουμε στην Κυριακή των Βαΐων έχει προηγηθεί η ανάσταση του Λαζάρου και πολλά άλλα θαύματα του Κυρίου.
- Για τα θαύματα ξέρω. Θέλω να μου πεις για την ανάσταση του Λαζάρου, την Κυριακή των Βαΐων και τη Μεγάλη Εβδομάδα.
- Όπως θες. Καλό είναι να μελετήσεις μόνος σου την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη.
- Καλά, καλά. Θα το κάνω κάποια στιγμή. Για συνέχισε.
Ο Μαρίνος άρχισε να εξιστορεί ότι ήξερε για το Λάζαρο:
«Ο Λάζαρος ήταν φίλος του Ιησού. Κάποια μέρα και ενώ ο Ιησούς βρισκόταν στην Περαία του μήνυσαν οι αδερφές του Λαζάρου να πάει στο φίλο του γιατί ήταν άρρωστος βαριά. Ο Χριστός όμως άργησε. Όταν έφτασε βρήκε το Λάζαρο νεκρό. Οι αδερφές του, Μάρθα και Μαγδαληνή, διαμαρτυρήθηκαν στον Κύριο γιατί άργησε. Όμως αυτός, μπήκε στο τάφο του Λαζάρου και τον ανέστησε.»
- Από εκεί μας έμεινε το «Λάζαρε δεύρω έξω»;
- Από κει. Με το θαύμα του Λαζάρου δοξάστηκε ο υιός του Θεού. Μετά το θαύμα αυτό ακολούθησαν και άλλα θαύματα ώσπου φτάνουμε στην Κυριακή των Βαΐων. Ονομάστηκε έτσι γιατί υποδέχτηκαν οι Ιουδαίοι τον Υιό του Θεού με Βάγια και «Ωσαννά», μια εβδομάδα πριν τον σταυρώσουν.
Αχ αυτοί οι άνθρωποι.
Μια στεναχώρια άρχισε να διακατέχει τα δύο αδέρφια όσο πλησίαζαν στην εκκλησία.
- Ο Χριστός όμως μας συγχώρεσε, ενώ μπορούσε να γλιτώσει από την ατίμωση και τη σταύρωση, συμπλήρωσε ο Χριστόφορος.
- Ακριβώς. Ας δούμε συνοπτικά τη μεγαλοβδόμαδα προτού φτάσουμε στη σταύρωση:
«Τη Μεγάλη Δεύτερα ο Ιησούς πηγαίνει στο ναό. Οι Αρχιερείς προσπάθησαν να τον εκμηδενίσουν στα μάτια του λαού αλλά δεν τα κατάφεραν.
Τη Μεγάλη Τρίτη ο Κύριος πάει πάλι στο ναό όπου ακολουθεί συζήτηση με τους Αρχιερείς και τους Φαρισαίους και εκεί ακούγεται το περίφημο: «Τα του Καίσαρα τα Καίσαρι και του τα Κυρίω τα Κυρίου». Μετά την κουβέντα τους ο Χριστός με τους μαθητές του αποσύρεται στο Όρος των Ελαιών για να προσευχηθούν.
Τη Μεγάλη Τετάρτη ο Χριστός την πέρασε με τους μαθητές του τραβηγμένος στη μοναξιά, διδάσκοντας τους αποστόλους του και ετοιμάζοντας το πνεύμα του να αντικρίσει το μαρτύριο και το θάνατο.
Τη Μεγάλη Πέμπτη έχουμε το μυστικό δείπνο. Εκεί ο Χριστός εγκαρδιώνει τους μαθητές και παράλληλα προφητεύει για την προδοσία και το θάνατό του. Μετά το μυστικό δείπνο ο Χριστός τραβάει πάλι στο Όρος των Ελαιών όπου θα τον συλλάβουν οι Ρωμαίοι με τους Αρχιερείς και τους Φαρισαίους μετά την προδοσία του Ιούδα.
Τη Μεγάλη Παρασκευή ο Χριστός σταυρώνεται ύστερα από δίκη με δικαστή τον Πόντιο Πιλάτο, ο οποίος ένιψε «τα χείρας του» για να δείξει την αθωότητα του Κυρίου.»
- Πες μου τώρα για τη σταύρωση;
- Η σταύρωση δείχνει το μεγαλείο αλλά και την αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. Ενώ μπορούσε να αποφύγει τον αβάσταχτο πόνο, εντούτοις αυτός προτίμησε να μας λυτρώσει απ΄ το προπατορικό αμάρτημα. Αυτό δεν είναι αγάπη; Κι ύστερα μου λες γιατί θα είναι ξεχωριστή η φετινή ανάσταση!
Με την κουβέντα τα παιδιά δεν κατάλαβαν πότε έφτασαν στον περίγυρο της εκκλησίας.
Οι ευωδιές από τις δάφνες και τις βάγιες τους προειδοποιούσαν ότι έφταναν στον ιερό χώρο.
Περπάτησαν μαζί το πλακοστρωμένο προαύλιο και με γοργά βήματα έφτασαν στο νάρθηκα της μικρής, αλλά καλοδιατηρημένης εκκλησίας. Πήραν από δύο κεριά ο καθένας, αφού πρώτα έριξαν τα κέρματά τους στο παγκάρι της εκκλησίας. Τα άναψαν και κατόπιν αφού έκαναν το σταυρό τους, προσκύνησαν τις εικόνες.
Πρώτος μπήκε στον «Κυρίως ναό» ο Μαρίνος. Χαιρέτησε πρώτα τις εικόνες του εικονοστασίου και μετά τον Επιτάφιο, ο οποίος ήταν ακόμη στολισμένος με κόκκινα γαρύφαλλα.
Πίσω του ακολούθησε ο Χριστόφορος, ο οποίος έκανε σχεδόν τις ίδιες κινήσεις με τον αδερφό του.
- Χριστόφορε χθες στη μεταφορά του Επιταφίου είδες τι κόσμο είχε;
- Σς… μετά θα μιλήσουμε. Θέλω να ακούσω τον ιερέα.
Τα δύο αδέρφια κατευθύνθηκαν κοντά στο Ιερό βήμα. Πίσω από τους ψάλτες. Στη δεξιά πλευρά των ανδρών.
Ο χρυσοντυμένος ιερέας είχε βγει από την Ωραία Πύλη και μιλούσε για τη σημαντικότητα της ανάστασης. Πολλοί πιστοί τον παρακολουθούσαν, ενώ κάποιοι άλλοι έπαιζαν με τις σβηστές λαμπάδες τους.
Τα δύο αδέρφια πλησίασε το μεγαλύτερο παπαδοπαίδι. Ένα χοντρό στρουμπουλό αγόρι με μια παλαιομοδίτικη γραβάτα.
Χαμογελώντας απευθύνθηκε στο Μαρίνο και του είπε:
- Δικέ μου, όλοι στην πούδρα είναι απόψε. Πολλή φρεσκαδούρα έπεσε. Κοίτα γραβατιά.
- Γιατί το σχολιάζεις; Μήπως δε φοράς και ο ίδιος; Άσε που το μαλλί σου θυμίζει γλειμμένη αγελάδα, του ανταπάντησε ο Χριστόφορος, ενώ το χαμόγελο και των δύο αδερφών έφτασε μέχρι τα αυτιά.
Το παπαδοπαίδι δεν είπε τίποτα άλλο και απομακρύνθηκε με σκυμμένο κεφάλι.
Μετά απ΄ αυτήν τη σκηνή τα δύο αδέρφια παρακολούθησαν με προσοχή την υπόλοιπη λειτουργία μέχρι το «Χριστός Ανέστη». Πήραν το άγιο φως μετά το «Δεύτε λάβετε φως», άκουσαν κάποια τροπάρια και μαζί βγήκαν έξω στον περίβολο της εκκλησίας για το «Χριστός Ανέστη».
Η κατάνυξη και η ευλάβεια είχαν φτάσει "Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωή χαρισάμενος».
Ακολούθησαν τα βεγγαλικά, τα χρόνια πολλά, τα τσουγκρίσματα των αβγών και η φυγή των πιστών για τα σπίτια τους.
Τα δύο αδέρφια μπήκαν πάλι την εκκλησία με τις λαμπάδες τους αναμμένες.
Ο Χριστόφορος ρώτησε το Μαρίνο, αν και το σκέφτηκε καλά:
- Αύριο θα φας κατσίκι;
- Θα φάω. Επίσης να πεις στη μάνα να ετοιμάσεικαι μαγειρίτσα. Γύρω στις δύο και κάτι που θα τελειώσει η εκκλησία θα έρθω στο σπίτι να φάω. Τόσες μέρες χωρίς κρέας και με τόσες θυσίες, νομίζω ότι πρέπει να το γευτώ.
Ο μεγάλος αδερφός τον κοίταξε πάλι απορημένος.
- Δηλαδή θα μείνεις μέχρι το τέλος της λειτουργίας; Δε θα έρθεις έξω στο μπαρ να διασκεδάσουμε.
- Όχι, αδερφέ μου. Δε θα έρθω. Θα μείνω στο σπίτι του Χριστού.
Ο Χριστόφορος σαν να προσβλήθηκε με τα λόγια του αδερφού του και έμεινε για λίγο κοντά του. Η ματιά του άρχισε να επεξεργάζεται διάφορες εικόνες, ώσπου στάθηκε σε μια αγιογραφία όπου απεικονιζόταν η Ανάσταση.
- Τι απεικονίζει, Μαρίνε αυτή η αγιογραφία;
- Χριστόφορε, θέλω να προσευχηθώ. Σε παρακαλώ, άφησε με. Αύριο θα τα πούμε αναλυτικά.
- Πες μου αυτό και θα φύγω.
- Μη φεύγεις. Καλό είναι να μείνεις μέχρι το τέλος. Άκουσες τι είπε ο ιερέας: «Αναστήθηκε ο Χριστός και διασκορπίσθηκαν οι εχθροί του».
Ο Μαρίνος γύρισε τη ματιά του στην εικόνα της Αναστάσεως. Με σιγανή φωνή άρχισε να εξηγεί στον αδερφό του για την αγιογραφία:
«Στη μέση παριστάνεται ο Χριστός με μεγαλύτερο ανάστημα από τ΄ άλλα πρόσωπα. Πατά πάνω στις σπασμένες πύλες του Άδη που ανοίγει κάτω από τα πόδια του σαν Σπήλαιο σκοτεινό, σπαρμένο με κλειδωνιές. Με το δεξί του χέρι τραβά τον Αδάμ και με το αριστερό την Εύα, παίρνοντας τους από τους τάφους. Στα χέρια του και στα πόδια του φαίνονται τα σημάδια των καρφιών. Δεξιά κι αριστερά περιστοιχίζουν το Λυτρωτή τους και στέκονται με θάμβος οι «δίκαιοι», δηλαδή όσοι ευχαριστήσανε το Θεό από καταβολής κόσμου μέχρι της ενσάρκωσης του Χριστού, ο Ενώχ, ο Νώε, ο Μωυσής, ο Ηλίας, ο Δαβίδ, ο Σολομών και άλλοι. Πρώτος από τα δεξιά φαίνεται ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος».
Αφού άκουσε όλα αυτά τα ενδιαφέροντα ο Χριστόφορος από τον αδερφό του, πήρε τη λαμπάδα του και βγήκε έξω από την εκκλησία. Στην είσοδο του προαυλίου ένας επίτροπος μάζευε σ΄ ένα δίσκο χρήματα από τους πιστούς που έφευγαν.
Στο δρόμο προς το σπίτι όλα ήταν φωταγωγημένα από τη λάμψη των κεριών.
Όταν έφτασε στο σπίτι του με τη φλόγα της λαμπάδας σχημάτισε ένα σταυρό στην είσοδο του σπιτιού. Άνοιξε την πόρτα, έδωσε το άγιο φως στη μητέρα του για ν’ ανάψει το καντήλι της οικίας και ευχήθηκε χρόνια πολλά στους γονείς του.
Όταν τελείωσαν οι ευχές η μητέρα του τον ρώτησε:
- Πού είναι ο Μαρίνος; Γιατί δεν ήρθε μαζί σου;
- Μάνα θα μείνει μέχρι το τέλος της Θείας Λειτουργίας. Βάλε να φάμε εμείς. Ο Μαρίνος θα φάει μόνος του μαγειρίτσα.
Η μάνα έστρωσε το τραπέζι και κάθισαν οι τρεις τους να φάνε.
Ο πατέρας που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ακροατής, ρώτησε τη γυναίκα του:
- Κατίνα, το κατσίκι στη σούβλα ή στην κουζίνα;
- Όπως θέλουν τα παιδιά. Πάσχα είναι. Ας το γλεντήσουμε .
- Στη σούβλα νομίζω πως είναι καλύτερα. Πατέρα έχεις πρόβλημα;
- Όχι, γιε μου. Εσείς να το φχαριστηθείτε και μένα μη με νοιάζεστε.
Ακολούθησε σιωπή. Μόνο τα κουτάλια ακούγονταν.
Τη σιωπή έσπασε ο πατέρας.
- Χριστόφορε, τι σημαίνει η λέξη «Πάσχα»; Με ρώτησε το μεσημέρι ο Θείος σας ο Βαγγέλης και δεν ήξερα να του απαντήσω.
- Η λέξη Πάσχα, πατέρα, είναι εβραϊκή λέξη και σημαίνει «διάβαση». Οι Εβραίοι γιορτάζουν την ημέρα αυτή τη διάβαση, το πέρασμα δηλαδή της Ερυθράς θάλασσας μετά τη φυγή τους από την Αίγυπτο.
Ο Ιησούς και οι μαθητές του γιόρταζαν το Ιουδαϊκό Πάσχα, και μ’ αυτό συνδέεται ο Μυστικός Δείπνος.
- Ευχαριστώ γιε μου. Αύριο θα απαντήσω στο θείο σου.
- Παρακαλώ πατέρα.
Πέρασαν λίγα λεπτά ώσπου τέλειωσαν το φαγητό τους. Ο πατέρας τους καληνύχτισε, ενώ η μητέρα άρχισε να μαζεύει τα τραπέζι αφήνοντας πάνω μόνο το πιάτο του μικρού της γιου.
Ο μεγάλος γιος πήρε το δερμάτινο σακάκι και τα κλειδιά του αυτοκινήτου του και χαιρέτησε τη μάνα του.
- Αύριο, μάνα. Πάω στο Μπαρ να χορέψω και να πιω κανένα ποτό.
- Καλά να περάσεις και να προσέχεις. Εγκυμονούν πολλοί κίνδυνοι εκεί έξω.
Ο μεγάλος γιος έκλεισε την πόρτα, μπήκε στο αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε στο μπαρ.
Ο μικρός γιος έμεινε εκεί στην εκκλησία με τις αγγελικές ψαλμωδίες και τις γλυκιές μελωδίες…
Χρήστος Αθ. Φυλαχτός
* παραλοϊσει: χάνει τα λογικά του.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου