"ΟΥΔΕΙΣ ΠΛΕΟΝ ΑΧΑΡΙΣΤΟΣ ΤΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΗΘΕΝΤΟΣ"

powered by Agones.gr - livescore

Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ , 2 Μαΐου 1905

Του Γιώργου Ζωγραφάκη

(Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα από το κεφάλαιο «Στη Μακεδονία», τρίτο μέρος του ανέκδοτου μυθιστορήματος του Γιώργου Ζωγραφάκη «Ο ξεριζωμένος». Δημοσιεύτηκε και στο περιοδικό ΠΟΛΥΓΥΡΟΣ αρ. τ. 13. Δημοσιοποιείται, αντί άλλης αναφοράς στην ηρωική μάχη ).

…Ξημέρωνε η δεύτερη μέρα του Μάη. Ακούστηκαν οι καμπάνες της Μονής, κι αμέσως απάντησε μια μακρινή καμπάνα. «Θα ’ναι από το μικρό χωριό απέναντι», σκέφτηκε ο Κωστής που μόλις είχε ξυπνήσει. «Είναι κάποια γιορτή σήμερο;»…
Κι εκεί που σκεφτόταν αυτά, κι ενώ άκουσε το σφύριγμα του Νίκου και την προσταγή «ε, σηκωθείτε, σε λίγο θα βγει ο ήλιος», άκουσαν το σκοπό από το πρώτο υψωματάκι, να φωνάζει προς τον Νταφώτη: «Καπετάνιε, κοίταξε κάτω. Ανεβαίνει μιλιούνια στρατός!».
Πετάχτηκε όρθιος ο καπετάνιος και μαζί όλοι οι άνδρες του. Ο Νταφώτης ανέβηκε σ’ ένα μικρό βράχο, απ’ όπου έβλεπε καθαρά την πλαγιά, πολύ πιο κάτω από το Μοναστήρι. Του ξέφυγε, μέσα από τα δόντια, μια βρισιά. Δε μπορούσε να καταλάβει πώς έφτασε τόσο κοντά τόσος στρατός, χωρίς να τους πάρουν είδηση οι σκοποί. Είχαν περάσει κιόλας τη Μονή και πολύ σύντομα θα ήταν σε απόσταση βολής. Γρήγορα εκτίμησε την κατάσταση. Δε μπορούσε να επιχειρήσει απαγκίστρωση από τις θέσεις που βρισκόταν το σώμα του. Θα έμενε εκεί για να πολεμήσει, όσο κι αν αριθμητικά μειονεκτούσε απόλυτα απέναντι στους Τούρκους. Ούτε ένας απέναντι σε δέκα δεν ήταν τα παλικάρια του, που ήταν κιόλας πάνω από δυο βδομάδες σε περιπέτειες και ταλαιπωρίες. Βιαστικά ο Νταφώτης, αλλά και απόλυτα ψύχραιμα, μίλησε στους άνδρες του: «Παλικάρια μου, παιδιά μου, ετοιμαστείτε. Έχομε πολλή δουλειά σήμερα. Οι αφορεσμένοι έφτασαν πάλι. Τώρα πια δε φεύγομε, θα τους κάνομε υποδοχή. Πιάστε από μια καλή θέση. Κοντά σας τα φυσίγγιά σας και προσοχή: Όχι στο βρόντο. Ψύχραιμα και καλό σημάδι. Πάρτε κοντά σας και λίγο ψωμοτύρι και το παγούρι με το νερό, γιατί η μέρα θα ν’ είναι μεγάλη».

Όλοι κινήθηκαν, γρήγορα αλλά ψύχραιμα, να παίρνουν θέση μάχης. Ο Κωστής και ο Αντρέας βρέθηκαν και πάλι κοντά, πίσω από δυο απότομα βραχάκια, καλές θέσεις για τέτοιον πόλεμο. Την ίδια ώρα ο Νταφώτης έφτιαξε ένα τμήμα από δέκα παλικάρια και τους είπε να κατεβούν χαμηλότερα στη χαράδρα για να εμποδίσουν τους Τούρκους ν’ ανέβουν από κει. Κι ενώ επικρατούσε απόλυτη ησυχία και μόνο οι βαριές αναπνοές των ανταρτών ακούγονταν, ξεπρόβαλε ο πρώτος σαρικοφόρος Τούρκος, πίσω από το υψωματάκι που χώριζε πια τους αντιπάλους. Ψύχραιμος και γρήγορος ο Νταφώτης σήκωσε το μάουζερτ του –μόνο αυτός και ο Μπουκουβάλας είχαν τέτοιο όπλο, ήταν από τα καινούργια που είχαν φτάσει στην Ελλάδα πριν λίγους μήνες- και έριξε στον Τούρκο. Η σφαίρα τον βρήκε κατάστηθα κι έπεσε επί τόπου με μια κραυγή. Αυτό ήταν και το έναυσμα της μάχης. Την ίδια στιγμή φάνηκαν από παντού τούρκικα φέσια και σαρίκια. Τώρα όμως οι Τούρκοι ήταν πεσμένοι μπρούμυτα, κι έριχναν όλοι μαζί κατά των Ελλήνων. Άρχισε ένα πανδαιμόνιο που συντάραξε τη μέχρι πριν λίγο ήρεμη χαράδρα. Τα αηδόνια βέβαια σώπασαν ξαφνιασμένα από το πανδαιμόνιο αυτό και λούφαξαν. Τέτοιο κακό πρώτη φορά γίνηκε σ’ αυτό το ήσυχο μέρος της ορεινής φύσης. Και ο Κωστής, μέσα σ’ αυτό το κακό, κι ενώ ακούστηκε ήδη η πρώτη πνιχτή κραυγή λίγο πιο κάτω, όχι μακριά του, σημάδι πως κάποιος σύντροφος χτυπήθηκε, ίσως θανάσιμα –τις είχε ξανακούσει αυτές τις κραυγές στις δυο προηγούμενες μάχες- κι ενώ οι Τούρκοι πύκνωναν κατά κύματα τις επιθέσεις τους, θυμήθηκε την κουβέντα που έκανε με τον Αντρέα χτες το βράδυ, ακούγοντας τ’ αηδόνια, και τη σκέψη του: παράδεισος ή κόλαση, ήταν αυτός ο τόπος; «Ήταν παράδεισος που γίνηκε κόλαση», μουρμούρισε και το πρόσωπό του σκοτείνιασε όταν σκέφτηκε πως η κόλαση αυτή θα συνεχιζόταν και θα χειροτέρευε όσο θα περνούσε η ώρα. Κι αυτό γιατί, ενώ άκουγαν συχνές κραυγές πόνου από τη μεριά των Τούρκων, σημάδι πως οι χτυπημένοι από κει ήταν πολύ περισσότεροι, ωστόσο οι Τούρκοι ήταν τόσοι πολλοί που συνεχώς ανανεώνονταν και πλήθαιναν, ενώ από τους συντρόφους του ήταν ήδη τρεις σκοτωμένοι και πέντε λαβωμένοι. Κι ο ίδιος ο Κωστής ένιωθε τρομερό πόνο στο τραύμα του, αλλά ούτε στιγμή δε σκέφτηκε να αποσυρθεί από το πόστο που είχε πιάσει δίπλα στον Αντρέα.

Κι εκεί που η μάχη συνεχιζόταν και κόντευαν όλοι τους να συνηθίσουν τη χλαλοή και το πανδαιμόνιο, ακούστηκε η πρώτη έκρηξη στη μεριά των Τούρκων. Ο κρότος ήταν εκκωφαντικός και μαζί μια λάμψη κι ένα σύννεφο καπνού φάνηκαν στο κέντρο του χώρου που ήταν οχυρωμένοι οι Τούρκοι. Ταυτόχρονα κραυγές τρόμου και πόνου ακούστηκαν από κει, ενώ σταμάτησαν απότομα οι πυροβολισμοί των Τούρκων. Τι είχε συμβεί; Την απορία και το ξάφνιασμα τα έλυσε η φωνή του Νταφώτη: «Μπράβο, Ζαχαρία. Φτιάξε κι άλλη βόμβα και ρίξε τους, πανάθεμά τους». Είδαν τότε όλοι τον μονόχειρα Ζαχαρία να βάζει πολύ μπαρούτι και μαζί μυτερά χαλίκια σε διάφορα
σκεύη κουζίνας, έχωνε μέσα ένα κομμάτι φυτίλι και του έβαζε φωτιά. Κρατούσε στα χέρια του, ουσιαστικά δηλαδή στο μοναδικό του χέρι, αυτή την αυτοσχέδια βόμβα κοντά, ώσπου να τελειώσει το φυτίλι και λίγο πριν σκάσει την πετούσε με δύναμη προς τη μεριά των Τούρκων. Γινόταν κάθε φορά χαμός, πιο πολύ βέβαια από τον φοβερό κρότο, αλλά και από τους τραυματισμούς που προκαλούσαν αυτές οι εκρήξεις. Ο Ζαχαρίας φαινόταν να απολαμβάνει τις επιτυχίες του αυτές, μάλιστα κάθε ρίψη τη συνόδευε και με μια κραυγή, δυνατή για να τον ακούνε οι Τούρκοι: «Αυτή για τη Μακεδονία!»∙ «αυτή για την Ελλάδα!»∙ «αυτή για την Αγία Αναστασία!»∙ «αυτή για την Κρήτη!»∙ «αυτή για τη Βουλγαρία –που να ρημάξει» συμπλήρωσε αμέσως, γιατί του φάνηκε πως άπρεπα έβαζε τη Βουλγαρία μαζί με τη Μακεδονία και την Ελλάδα.

Η κατασκευή και ρίψη αυτών των αυτοσχέδιων βομβών από τον μονόχειρα Ζαχαρία, αναθάρρυνε το καταπονημένο στρατόπεδο των Ελλήνων. Όμως, το μπαρούτι που είχε στη διάθεσή του ο βομβιστής, κάποια στιγμή τελείωνε. Είχε μείνει μια ποσότητα κοντά τέσσερις οκάδες, αρκετή για να φτιάξει ο Ζαχαρίας δυο τρεις ακόμη βόμβες, που όμως δεν ήταν αρκετές για να κάνουν να αλλάξουν τα πράγματα, που έγερναν βέβαια ολοένα σε βάρος τους και υπέρ των πολυπληθών Τούρκων. Ο Ζαχαρίας τότε αποφάσισε να κάνει κάτι πιο αποτελεσματικό: Έβαλε όλο το μπαρούτι που είχε απομείνει σε ένα μικρό σιδερένιο βαρελάκι, έριξε και διάφορα χαλίκια και άλλα τέτοια μέσα, έχωσε ένα κομμάτι φυτίλι και του έβαλε φωτιά. Με το κομμένο χέρι βοήθησε ώστε να κρατήσει τη βόμβα στην αγκαλιά του, που ήταν βαριά ως πέντε οκάδες. Όμως, ενώ το φυτίλι πλησίαζε να καεί, ο Ζαχαρίας κατάλαβε πως για να πετάξει τη βόμβα και να φτάσει στους Τούρκους, έπρεπε να ανεβεί κάπου ψηλά. Γρήγορα λοιπόν και χωρίς να λογαριάσει τον κίνδυνο, ανέβηκε σ’ έναν βράχο κι από κει, την κατάλληλη στιγμή, με μια απίστευτη δύναμη του γερού χεριού του, εκσφενδόνισε τη βόμβα. Το φυτίλι της κάπνιζε ακόμη καθώς το βαρελάκι έγραφε τη μικρή καμπύλη πάνω από τα βράχια και προσγειώθηκε στο χώρο των Τούρκων. Την ίδια στιγμή έσκασε με έναν τρομερό κρότο, ενώ κομμάτια βράχια, μικρά και μεγάλα, τινάχτηκαν στον αέρα. Φωνές τρόμου και κραυγές πόνου, μαζί με τούρκικες βρισιές, ακούστηκαν. Ο Ζαχαρίας, ενθουσιασμένος από το αποτέλεσμα, άργησε να πηδήσει από το βράχο και να κρυφτεί. Αντίθετα, άπλωσε τα χέρια κι άφησε μια δυνατή θριαμβευτική κραυγή: «Κι αυτή για  …», δεν πρόφτασε όμως να αποσώσει την κραυγή του, ούτε να πει για ποιον έριξε αυτή τη βόμβα. Ένας Τούρκος που παραμόνευε από ώρα να τον πετύχει, βρήκε ιδανικό στόχο την ώρα που ο Ζαχαρίας κραύγαζε πάνω από το βράχο με απλωμένα τα χέρια. Σημάδεψε με άνεση και πυροβόλησε. Έγειρε απότομα προς τα πίσω ο βομβιστής, κι έπεσε βαρύς ανάσκελα, μένοντας με τα χέρια απλωμένα και την κραυγή του μισοτελειωμένη, ενώ τα μάτια του έμειναν ανοιχτά, κοιτάζοντας, με ασάλευτα τα ματοτσίνορα, τον μαγιάτικο μακεδονικό ουρανό.

Ήρθε το απόγευμα και η μάχη συνεχιζόταν. Οι πολεμιστές της χαράδρας της Αγ. Αναστασίας ήταν κατάκοποι και πεινασμένοι. Ευτυχώς υπήρχε μια μικρή πηγούλα εκεί και κάποιος μοίραζε νερό σε όλους. Και οι δέκα που είχαν κατεβεί χαμηλά, είχαν ξαναγυρίσει πίσω, καθώς κινδύνευαν να αποκοπούν από τους πολυάριθμους Τούρκους, ειδικά από το ιππικό που ήταν γρήγορο και ευέλικτο. Γύρισαν βέβαια μόνο οκτώ ζωντανοί, καθώς δυο σκοτώθηκαν και οι σύντροφοί τους, με μεγάλη δυσκολία, τους ανέβασαν πάνω και τους απόθεσαν δίπλα στους άλλους νεκρούς. Ο Νταφώτης είχε πλήρη επίγνωση της δεινής θέσης που βρισκόταν το ηρωικό του σώμα και καταλάβαινε πως μόνο με τη νύχτα θα υπήρχε ελπίδα να διαφύγουν, όσοι βέβαια μείνουν ζωντανοί ως το βράδυ. Και οι Τούρκοι, από την άλλη μεριά, έβλεπαν πως, με τη συντριπτική αριθμητική υπεροχή τους, θα κατάφερναν να εξοντώσουν τους αντάρτες, που είχαν διαταράξει την τάξη της τουρκικής εξουσίας στην περιοχή της κεντρικής Μακεδονίας. Έβλεπε βέβαια ο Τούρκος διοικητής του σώματος πως θα πλήρωνε τελικά πολύ ακριβά αυτή τη νίκη του, καθώς πολλές δεκάδες ήταν οι νεκροί και οι τραυματίες που είχαν προκαλέσει οι αμυνόμενοι πολεμιστές του Νταφώτη.

«Δεν τελειώνει η μέρα», είπε ο Κωστής στον Αντρέα, που συνέχιζε, κατάκοπος κι αυτός, να ρίχνει. «Είναι Μάης, Κωστή, η μέρα έχει μεγαλώσει. Λίγο κουράγιο να κάνομε. Η νύχτα πλησιάζει». Είχαν κι οι δυο τους τη βεβαιότητα, πολλές φορές στη διάρκεια αυτής της σκληρής και πολύωρης μάχης, πως οι σφαίρες τους δεν πήγαν χαμένες. Είχαν μάθει πότε η κραυγή απέναντι ήταν από τη δική τους σφαίρα. Και δεν είχαν πια αναστολές. Ήξεραν καλά πως η ελευθερία του τόπου τους –και «τόπο τους» θεωρούσαν και τη Μακεδονία, όπως και την άλλη Ελλάδα- ήξεραν πως αυτή η ελευθερία κερδίζεται με αίμα, με το δικό τους, των συντρόφων τους, αλλά και των άλλων, Τούρκων ή Βουλγάρων, όποιων τέλος πάντων επιβουλεύονται την ελληνικότητα και την ελευθερία των «αλύτρωτων τόπων της Ελλάδας», -έτσι όπως ο Κωστής με το Μανώλη το είχαν ακούσει εκείνο τα βράδυ στη Βουλή, στην Αθήνα.

Όσο έπεφτε η νύχτα, τόσο και έσβηναν οι ήχοι της μάχης κι από δω κι από κει. Αραιά και πού ακούγονταν κάποιος πυροβολισμός ή καμιά προκλητική φωνή ή βρισιά, απ’ αυτές που συνηθίζονταν τα χρόνια εκείνα, που η απόσταση των αντίπαλων ήταν μικρή, ακόμα και τώρα στην εποχή των πυροβόλων όπλων. Στη χαράδρα της μάχης ο Νταφώτης φρόντισε κι έβαλε σκοπούς στα επίκαιρα σημεία, ενώ έβλεπε με πόνο αλλά και με καμάρι τους νεκρούς συντρόφους του, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο αγαπημένος ανιψιός του ο Νίκος, που ήταν μαζί και ο υπασπιστής και το δεξί του χέρι. Νεκρός ήταν και ο ηρωϊκός Ζαχαρίας, ο μονόχειρας βομβιστής, που τον έβαλαν στο στόχο οι Τούρκοι και τον πέτυχαν πάνω στην τελευταία βόμβα, που μόλις πρόφτασε να ρίξει. Τελικά, με το πρώτο σκοτάδι, οι πυροβολισμοί σταμάτησαν εντελώς. Κατάκοποι, έφαγαν όλοι κάτι πολύ πρόχειρα και οι πιο πολλοί έγειραν από δω κι από κει. Ο Νταφώτης τους έκανε νόημα να πλησιάσουν. Με σιγανή αλλά και σταθερή φωνή, τους είπε: «Παιδιά μου, αγωνιστήκαμε παλικαρίσια όλη τη μέρα, απέναντι σ’ αυτό το μιλιούνι τους Τούρκους. Χάσαμε βέβαια έντεκα παλικάρια, ενώ πολλοί έχετε λαβωθεί, άλλοι σοβαρά κι άλλοι ελαφρά. Τώρα πια, η συνέχιση της μάχης με τόσο τουρκικό στρατό, δεν έχει νόημα. Πρέπει να προσπαθήσομε απόψε τη νύχτα να φύγομε. Είναι βέβαια πολύ δύσκολο, αλλά μπορούμε να τα καταφέρομε. Αυτό που δεν μας βοηθάει καθόλου είναι το λαμπερό αποψινό φεγγάρι. Έχομε πανσέληνο. Θα περιμένομε, καθώς βλέπω πάνω στο βουνό ένα μαύρο σύννεφο. Κάποια στιγμή θα σκεπάσει το φεγγάρι. Τότε πρέπει να είμαστε έτοιμοι να φύγομε. Σιγά, χωρίς θόρυβο, και όχι όλοι μαζί. Θα φύγομε σε μικρές ομάδες και προς διάφορες κατευθύνσεις. Στα γύρω χωριά ο κόσμος θα μας βοηθήσει. Εσύ Γιώργη, πάρε κάποιους στη Γαλάτιστα. Δυστυχώς ο χωριανός σου ο Δημήτρης είναι ανάμεσα στους έντεκα. Άλλοι θα πάμε στα χωριά του κάμπου. Άλλοι πίσω από το βουνό, έχει εκεί άλλα χωριά με κόσμο σωστό. Όσοι φτάσετε στη Θεσσαλονίκη, πολύ προσεχτικά και όχι όλοι μαζί, να πάτε στο Προξενείο. Στη Χαλκιδική θα βρείτε παντού φίλους. Μέχρι και στο Άγιον Όρος μπορείτε να φτάσετε».

Έμεινε λίγο σκεφτικός και αμίλητος. Ύστερα είπε με κάπως σπασμένη φωνή, πράγμα ασυνήθιστο γι’ αυτόν: «Παιδιά μου, για άλλον αγώνα ξεκινήσαμε κι άλλον αγώνα κάναμε. Ήρθαμε να χτυπήσομε τους θρασύδειλους κομιτατζήδες, αλλά οι προδότες, μάλλον οι ίδιοι οι κομιτατζήδες, μας πρόδωσαν στους Τούρκους που έστειλαν εναντίον μας στρατό σα να ήμασταν ολόκληρη στρατιά. Όση ζημιά και να τους κάναμε, οι Τούρκοι είναι τόσο πολλοί που δεν τελειώνουν. Τώρα, δεν μας μένει τίποτα άλλο να κάνομε, παρά να προσπαθήσομε να φύγομε. Με το να πεθάνομε όλοι εδώ, δεν προσφέρομε κάτι στην πατρίδα, ενώ αν φύγομε μπορούμε να βοηθήσομε αλλού». Κοίταξε ψηλά προς το βουνό και είδε πως το μαύρο σύννεφο μεγάλωνε. «Νομίζω πως σε λίγο το σύννεφο θα σκοτεινιάσει το φεγγάρι. Να είμαστε έτοιμοι. Πάρτε τις κάπες από τους σκοτωμένους, κι απλώστε τις στα βράχια και στα πουρνάρια. Να ξεγελάσομε τους Τούρκους, να νομίσουν πως βλέπουν ανθρώπους εδώ, όταν ξημερώσει. Και βάλτε τους σκοτωμένους τον ένα δίπλα στον άλλο, περιποιηθείτε τους λίγο. Και με δυο ξύλα κάντε έναν σταυρό κι αφήστε τον πάνω από τα κεφάλια τους». «Έτσι», είπε όταν έγιναν όλα αυτά. Ύστερα στάθηκε σιωπηλός μπροστά στους σκοτωμένους, τους κοίταξε όλους έναν έναν χωριστά, σταματώντας λίγο περισσότερο το βλέμμα του στον ανηψιό του Νικόλα Νταφώτη και στον ηρωικό βομβιστή, τον μονόχειρα Ζαχαρία. Ύστερα φάνηκε πως κάτι μουρμούριζε: «Λέει κάποια προσευχή;», ψιθύρισε ο Αντρέας στον Κωστή. «Μη μιλάς, Αντρέα, κι εγώ κάτι λέω». Μετά ο Νταφώτης γονάτισε για λίγο με σκυμμένο κεφάλι, ύστερα έκανε το σημείο του σταυρού και είπε: «Αιωνία σας η μνήμη. Ελπίζω ν’ αφήσουν οι Τούρκοι τους καλογέρους να σας θάψουνε χριστιανικά. Παιδιά, φεύγομε. Έτσι αθόρυβα, όπως κάναμε σε τόσα γυμνάσια. Καλή τύχη και καλή αντάμωση σε όλους».

Άρχισαν να φεύγουν από δω κι από κει, καθώς πραγματικά σε λίγο, όχι μόνο το σύννεφο σκέπασε την πανσέληνο, αλλά άρχισε να βρέχει κιόλας. Ο Κωστής πρότεινε στον Ανδρέα να πάνε μαζί προς τα κάτω, προς τα χωριά του κάμπου. Ο Αντρέας όμως του είπε πως μίλησε με τον Γιώργη από τη Γαλάτιστα και του ζήτησε να πάει μαζί του, όπως ήταν να πάνε και αρκετοί άλλοι, που ο Γιώργης θα τους βοηθούσε να πάνε σε χωριά της Χαλκιδικής. Ο Αντρέας είπε στον Κωστή, «ξέρεις, έχω έναν ξάδερφο καλόγερο στο Άγιον Όρος, στη Μονή Εσφιγμένου. Θα προσπαθήσω να πάω να τον βρω». Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν, «καλή αντάμωση, σ’ αυτόν ή στον άλλο κόσμο Αντρέα»…

(άρθρο μου, για τη μάχη της Αγ. Αναστασίας, θα δημοσιευτεί στον επόμενο «ΠΑΓΧΑΛΚΙΔΙΚΟ»)



Δεν υπάρχουν σχόλια: